Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο νόμος Τοκβίλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο νόμος Τοκβίλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

Ο νόμος Τοκβίλ- μέρος γ': το απρόβλεπτο της ιστορίας


του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου (καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο)

Είναι απολύτως φυσιολογικό τον καιρό των Μνημονίων οι άνθρωποι των μεσαίων και των κατώτερων τάξεων να διαμαρτύρονται, αφού υποφέρουν όλα όσα υποφέρουν. Και ακόμα πιο φυσιολογικό είναι να αναρωτιούνται πότε επιτέλους θα τερματιστεί το μαρτύριό τους.
Σε αυτήν την έκδηλη αγωνία τους δίνονται πολλές και συχνά αντιφατικές απαντήσεις. Η λαϊκή εξέγερση επίκειται, είναι μια από αυτές ή, πολύ πιο συχνά και σε τελείως αντίθετη κατεύθυνση, αργεί υπερβολικά ή δεν θα υπάρξει ποτέ. Αυτές οι τελευταίες απαντήσεις συνοδεύονται από κατήφεια, από αυτο-οικτιρμό και από τον συνάδοντα σε τέτοιες περιπτώσεις θαυμασμό σε άλλους λαούς, οι οποίοι, τάχα μου, αντιστέκονται μαζικά ενώ οι Έλληνες έχουν σκύψει το κεφάλι και υπομένουν καρτερικά.
Τέτοιου είδους γενικευμένη απαισιοδοξία μοιάζει, όμως, να ξεχνά όλα όσα μας έχει πει σε μια συνέντευξή του ο μεγάλος ιστορικός μας Νίκος Σβορώνος για το αντιστασιακό πνεύμα του ελληνικού λαού, το οποίο βέβαια δεν κατοικοεδρεύει σε κάποιο εθνικό DNA, αλλά στις ιστορικές περιπέτειες του λαού μας. Μοιάζει να ξεχνά, και αυτό είναι ακόμα πιο περίεργο, τις πλατείες, την περσινή 28η Οκτωβρίου -μια λαϊκή διαμαρτυρία που τη σημασία της ούτε την έχουμε τονίσει αρκετά ούτε την έχουμε αναλύσει- ή, τέλος, την εκτόξευση ενός μικρού κόμματος της Αριστεράς από ένα περιθωριακό ποσοστό σε αυτό του πρώτου κόμματος, αν πιστέψουμε τουλάχιστον τις δημοσκοπήσεις της εβδομάδας που μας πέρασε.
Δεν τα γράφω όλα τούτα για να ισχυριστώ ότι η εξέγερση είναι προ των πυλών. Τα γράφω γιατί πιστεύω ότι το μέγεθος των δοκιμασιών μας γεννάει ανάλογες προσδοκίες αντίστασης και, όταν αυτές οι προσδοκίες δεν ευοδώνονται άμεσα, όπως πολύ συχνά συμβαίνει στην ιστορία, τότε μαζί με όλες τις άλλες κακοδαιμονίες καιροφυλακτεί μία, από πολλές πλευρές χειρότερη από τις άλλες, η παραίτηση.
Για να προφυλαχθούμε από αυτήν την τελευταία πρέπει να κάνουμε δικό μας το μάθημα όλων των κλασικών κοινωνικών στοχαστών, ότι, δηλαδή, η Ιστορία είναι απρόβλεπτη. Ο Μαρξ στα γραπτά του δεν κουράστηκε να επαναλαμβάνει πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει εκ των προτέρων το μέλλον. Και ότι μόνον η συνειδητή και κοπιώδης προσήλωση στους στόχους του και όχι οι μεγάλες αναμονές μπορούν να φέρουν αυτό το μέλλον πιο κοντά του.
Υπήρξαν περίοδοι στην ιστορία που το μέγεθος των δοκιμασιών των λαών μάς κάνει εκ των υστέρων να απορούμε πώς οι λαοί αυτοί δεν εξεγέρθηκαν, όπως υπάρχουν και άλλες στη διάρκεια των οποίων τίποτα δεν προείκαζε την εξέγερση, και όμως εκείνη ήλθε. Εξ αιτίας αυτού του παραδόξου αναπτύχθηκε μάλιστα μια ολόκληρη φιλολογία, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι δεν εξεγείρονται όταν βυθίζονται στον πάτο του πηγαδιού, αλλά μόνον όταν, έχοντας ήδη φθάσει στον πάτο, αρχίζουν δειλά - δειλά να ανεβαίνουν. Σε μια τέτοια πορεία ανόδου, και αφού έχουν κατακτήσει κάτι, αναλογίζονται πόσα πολλά ακόμα μπορούν να κατακτήσουν και τότε ξεσηκώνονται.
Οι κοινωνιολόγοι και οι πολιτικοί επιστήμονες ονόμασαν αυτό το παράδοξο «νόμο Τοκβίλ», προς τιμήν του στοχαστή που πρώτος περιέγραψε το εν λόγω φαινόμενο. Ακόμα πιο γλαφυρή είναι, όμως, εκείνη η κουβέντα του μυθιστοριογράφου Γκράχαμ Γκρην, όταν θέλοντας να περιγράψει την αδράνεια των ανθρώπων σε περιόδους πείνας γράφει -αναφέρω από μνήμης: «Εκείνο τον καιρό το στομάχι τους γουργούριζε τόσο δυνατά, που δεν τους ήταν μπορετό να ακούσουν οτιδήποτε άλλο».
Όλα τα παραπάνω για να τονίσω δύο πράγματα. Το πρώτο είναι ότι το μέγεθος των δοκιμασιών ενός λαού δεν σημαίνει αυτόματα συμμετρικά ανάλογη αντίδραση. Το δεύτερο, και πιο σημαντικό, είναι ότι η Ιστορία δεν προβλέπεται και εφόσον δεν προβλέπεται είναι τελείως άστοχο να τη «φορτώνουμε» με τις αναμονές μας. Γιατί η διάψευση αυτών των αναμονών γεννάει απογοήτευση και παραίτηση. Εκείνο που έχει σημασία να κάνουμε είναι να καθορίζουμε ορθολογικά τους στόχους μας και να τους ακολουθούμε με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προσήλωση. Μόνον τότε έχουμε ελπίδες να βγούμε στην αντίπερα όχθη.
Πηγή: Αυγή της Κυριακής, 21.10.2012:

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Ο νόμος Τοκβίλ- μέρος β': Μεταξύ επιβίωσης και ανατροπής: το μάθημα του Τοκβίλ

του Νικ.Σεβαστάκη, Καθηγητή στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.
 
Σε ένα γράμμα του από τον πρώτο καιρό της εξουσίας του «Ναπολέοντος του Μικρού» –κατά τον σαρκαστικό χαρακτηρισμό του Ουγκώ για τον Λουδοβίκο Ναπολέοντα τον Τρίτο–, ο Τοκβίλ σημειώνει: «Σχεδόν ποτέ δεν σπάμε ένα καθεστώς πραγμάτων όταν αυτό βρίσκεται στην πιο μισητή του φάση, αλλά όταν, αρχίζοντας κάπως να βελτιώνεται, επιτρέπει στους ανθρώπους να αναπνέουν, να σκέφτονται, να επικοινωνούν τις σκέψεις τους και να μετρούν την έκταση των δικαιωμάτων και των δυστυχιών τους. Τότε λοιπόν το βάρος της κατάστασης, αν και μικρότερο, φαίνεται ανυπόφορο».[1]
Σε αυτές τις γραμμές, ο πολιτικός στοχαστής Τοκβίλ επαναλαμβάνει την υπόθεση την οποία έχει εξετάσει και στο βιβλίο του για τη Γαλλική Επανάσταση και το Παλαιό Καθεστώς. Κι εκεί υποστήριζε ότι η Επανάσταση δεν ξέσπασε στις περιοχές όπου οι «μεσαιωνικοί θεσμοί» ήταν περισσότερο ζωντανοί και ισχυροί, αλλά εκεί όπου αυτοί οι θεσμοί είχαν ήδη ξεθυμάνει: «Τα δεσμά τους έγιναν περισσότερο αβάσταχτα εκεί όπου ήταν στην πραγματικότητα λιγότερο βαριά».
Για να έλθουμε στο σήμερα, ακόμα και μετριοπαθείς φωνές όπως αυτή του Χάμπερμας αισθάνονται την ανάγκη να μιλήσουν για τον νέο πολιτικό δεσποτισμό που διαγράφεται στην Ευρώπη. Αλλά η γενική κατεύθυνση προς την αυταρχική «δημοσιονομική διακυβέρνηση» (αυτό είναι το δικό μας είδος δεσποτισμού) συμπίπτει με την όξυνση της κοινωνικοοικονομικής κρίσης, με σημαντικά προβλήματα υλικής επιβίωσης και αξιοπρέπειας για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Τα πλήγματα στους πολιτικούς θεσμούς της λαϊκής κυριαρχίας επέρχονται, με καταιγιστικούς ρυθμούς, με τις λαϊκές τάξεις και ένα μεγάλο κομμάτι των μεσαίων στρωμάτων να παλεύουν με το αδιανόητο, να καταπίνουν τη βιοτική τους οπισθοδρόμηση και τη διάλυση των προοπτικών τους για εργασία και ικανοποιητική αμοιβή.
Σε αυτές τις συνθήκες καλείται κανείς να σκεφτεί την ανατροπή αυτής της πορείας και όσων την εκπροσωπούν μέσα στην πολιτική τάξη και στα άλλα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Δεν υπάρχουν πια δικαιολογίες για να μην αναγνωρίζει, ακόμα και ένας φιλελεύθερος με την μη υποκριτική έννοια του όρου, για να μην βλέπει πού πάει το πράγμα: προς μια ζοφερή κατάσταση όπου κάθε δικαίωμα, κάθε μικρή ελάφρυνση της ύπαρξης θα πρέπει να συνοδεύεται από τα απαραίτητα δικαιολογητικά προς τους λογής «κομισάριους» της καπιταλιστικής εξυγίανσης. Μόνο οι δικοί μας επαρχιώτες και αφάνταστα ετεροχρονισμένοι «φιλελεύθεροι» εξακολουθούν να πίνουν νερό στο όνομα αυτής της προσαρμογής στο αδιανόητο.
Μέχρις όμως να υπάρξει η ανατροπή ή έστω η αναστροφή της πορείας, ο κόσμος πρέπει να σταθεί στα πόδια του. Από ένα σημείο και έπειτα, το να επικοινωνεί απλώς τα άγη του, να μοιράζεται τα παθήματα και τις εμπειρίες του με τους άλλους, δεν προσφέρει ανάσα στον ίδιο αλλά σε όσους κυβερνούν με την απειλή του χειρότερου. Πέρα από τη γενική απογραφή των κινδύνων και των απειλών –που βέβαια είναι χρήσιμη για να μην υπάρχουν αυταπάτες–η συγκυρία χρειάζεται την ανακούφιση της καθημερινότητας. Η ελάφρυνση των κοινωνικών δεινών μέσα από την οργάνωση της αυτοάμυνας όσων πλήττονται, μέσα από πολιτικές της αλληλεγγύης δεν είναι παραίτηση από την πολιτική ούτε αφελής και στρεψόδικος εναλλακτισμός. Συνιστά τη μοναδική δυνατότητα για να κρατηθεί ζωντανή η αυτοπεποίθηση των ανθρώπων, για να μην παραδοθεί όλη η κοινωνία στον νόμο της κατάθλιψης και της συναισθηματικής αγανάκτησης στα καφενεία και στα διαδίκτυα. Τηρουμένων των αναλογιών, η έξοδος από το κράτος των νέων δεσποτισμών δεν θα έλθει αιφνιδίως με την «Επανάσταση», αφού πρώτα θα έχει ολοκληρωθεί ο κύκλος της αναμόρφωσης διά της λιτότητας και οι θεσμικές του (αντι)μεταρρυθμίσεις.
Όσοι ταυτίζουν την συνειδητοποίηση της ανατροπής με την όξυνση και την επέκταση των κοινωνικών δεινών ξεχνούν ότι ο περιορισμός και η ελάφρυνση του «δεσποτισμού» είναι ήδη η αρχή της ήττας του, η ρωγμή που μπορεί να οδηγήσει στην πτώση του. Έτσι, για παράδειγμα, πρέπει να εκτιμήσουμε πολιτικά όλες τις ενέργειες, νομικές ή κινηματικές, θεσμικές ή «πολιτικής ανυπακοής», που φανερώνουν την ένταση ανάμεσα σε έναν κοινωνικό θεσμό και στη νεοφιλελεύθερη νόρμα, ανάμεσα σε μια περιοχή του βίου και στην απόπειρα κατάληψης αυτής της περιοχής από τη «διακυβέρνηση του κράτους και των αγορών». Στο πανεπιστήμιο μπορεί να συναντήσει κανείς τέτοιες ενέργειες ακόμα και από την πλευρά ανθρώπων που δεν έγιναν ξαφνικά ριζοσπάστες, αλλά καταλαβαίνουν καλά το πού οδηγεί η αυταρχική διακυβέρνηση σε συνδυασμό με τον οικονομικό στραγγαλισμό της ανώτατης εκπαίδευσης. Και σε μια σειρά από άλλα ζωντανά μέτωπα, η προστασία του εισοδήματος και της επιβίωσης των ανθρώπων, αποκτά πια ξεχωριστή σημασία: δεν δημιουργεί, φυσικά, ελεύθερες από Μνημόνια περιοχές ούτε πραγματικές «αντιεξουσίες»· δίνει όμως το μέτρο για τη δύναμη των ανθρώπων να περιορίζουν το κόστος της κρίσης και να μην αποδέχονται το συλλογικό ακρωτηριασμό τους.
Μια τέτοια στρατηγική ανακούφισης και προστασίας δεν υποτιμά τις μικρές νίκες χάριν της φαντασίωσης του μεγάλου συντριπτικού πλήγματος στον αντίπαλο. Διατηρώντας τη θεμελιώδη πεποίθηση ότι η αρχιτεκτονική του νέου δεσποτισμού δεν επιδέχεται βελτιώσεις, ότι πρέπει δηλαδή να ανατραπεί το ίδιο το Παράδειγμα και όχι απλώς οι πιο βάναυσες όψεις του, πρέπει να προσέξουμε, παρ’ όλα αυτά, τις αντοχές των ανθρώπων, να απαντήσουμε στα επείγοντα, να φροντίσουμε τα τραύματα χωρίς να περιμένουμε πότε θα ηχήσουν οι κανονιές από το θωρηκτό Αβρόρα. Αυτή η στάση ορίζει και την πραγματική αριστερή ευθύνη πέρα και έξω από τους κήνσορες της «υπευθυνότητας» που ταυτίζουν τον ρεαλισμό με την εθελούσια παραίτηση και την νομιμοφροσύνη στους κανονισμούς του νεοφιλελεύθερου εργοστασίου, αυτού του εργοστασίου το οποίο αποτελεί τη μοναδική πρόταση των κυρίαρχων δυνάμεων της Ευρώπης προς τους λαούς της.
 
 
Πηγή: "Ενθέματα", Κυριακάτικη "Αυγή", 4.12.2011:

[1] Επιστολή στον Pierre Freslon, στο Alexis de Tocqueville, Lettres choisies. Souvenirs, Quarto, Gallimard, Παρίσι 2003, σ. 1084.

Ο νόμος Τοκβίλ - μέρος α': Τις εξεγέρσεις τις γεννάει η πρόοδος

Alexis de Tocqueville, 1805-1809 [1]
 
 Μια κοινωνία φθείρεται τόσο περισσότερο, όσο περισσότερα προβλήματα επιλύει και η μακροζωία της τόσο περισσότερο εξασφαλίζεται όσα λιγότερα επιλύει. Μια περίφημη ενέργεια του Τοκβίλ – και σ’ αυτήν την περίπτωση η μεταγενέστερη ιστορία τον δικαίωσε – είναι το ότι παρατήρησε ότι μια κοινωνία μάχεται τόσο περισσότερο εναντίον της εξουσίας, όσο το επίπεδο ικανοποιήσεως των αναγκών της είναι περισσότερο υψηλό. Με άλλα λόγια, οι διεκδικήσεις γίνονται περισσότερο επιθετικές όταν έχουν ήδη στεφθεί από μεγάλη επιτυχία, και κυρίως όταν η ελπίδα να κατακτηθούν συνεχώς μεγαλύτερα πλεονεκτήματα δεν φαίνεται μάταιη, γεγονός το οποίο προϋποθέτει μια ουσιώδη εμπειρία ευημερίας και ελευθερίας … Εν ολίγοις δεν είναι η στασιμότητα και η οπισθοδρόμηση που γεννούν τις εξεγέρσεις, αλλά η πρόοδος, επειδή αυτή δημιούργησε τα αγαθά, χάρη στα οποία οι εξεγέρσεις δεν είναι πια μάταιες.
      Αυτός ο «νόμος» του Τοκβίλ χρειάζεται μια μικρή παραλλαγή, επειδή φυσικά υπάρχουν εξεγέρσεις που ξεκινούν από την αθλιότητα, αν και, ιδίως στον τρίτο κόσμο, οι επαναστάσεις συχνά αρχίζουν με την έναρξη του εκσυγχρονισμού και της βελτιώσεως και από την πεποίθηση ότι υπάρχουν τα μέσα για να ζήσει ο κόσμος καλύτερα. Οφείλουμε όμως να παραδεχθούμε ότι ο νόμος μοιάζει περισσότερο έγκυρος, όσο οι κοινωνίες είναι πιο περίπλοκες και συνομιλούν χωρίς φόβο με ένα κράτος και μια διοίκηση που είναι υπερτροφικά, που θεωρούνται ή είναι αποτελεσματικά και αγκυροβολημένα στη δημοκρατική παράδοση. Αυτό συμβαίνει επειδή ο νόμος απαιτεί να μπορεί η πολιτική θέληση της κοινωνίας να αντιπαρατεθεί στο κράτος, δηλαδή στην πραγματικότητα να γίνει πιο ισχυρή από αυτό …
Jean-Francois Revel, Πως οι δημοκρατίες εξαφανίζονται (ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΡΩΕΚΔΟΤΙΚΗ, 1984, σελ. 27-28).
 
__________________
 
[1] Γάλλος ιστορικός και πολιτικός, ο Alexis de Tocqueville γεννήθηκε στο Παρίσι το 1805 και πέθανε στις Κάννες το 1859. Μέλος του Δικαστικού Σώματος, στα χρόνια της Παλινόρθωσης της Μοναρχίας, επιφορτίστηκε από την κυβέρνηση με τη μελέτη του σωφρονιστικού συστήματος των ΗΠΑ. Το ταξίδι του στις ΗΠΑ κατέληξε στη συγγραφή του μνημειώδους έργου του "De la democratie en Amerique" (1835-1840) [στα ελληνικά: "Η δημοκρατία στην Αμερική", μτφρ.: Μπάμπης Λυκούδης. εισ.: Γιώργος Μανιάτης, εκδόσεις Στοχαστής]. Το έργο αυτό εξακολουθεί να θεωρείται, και μάλιστα στην Αμερική, η πλέον διεισδυτική και προφητική ανάλυση του αμερικανικού πολιτισμού.
Ακαδημαϊκός (1841), βουλευτής και στη συνέχεια υπουργός Εξωτερικών (1849), αποσύρθηκε από την πολιτική ζωή το 1851, μετά το πραξικόπημα του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, και αφιέρωσε τη ζωή του στη συγγραφή ιστορικών μελετών με αποκορύφωμα το άλλο περίφημο έργο του "L' ancien regime et la revolution (1856). Πεπεισμένος ότι η δημοκρατική ιδέα, δηλαδή η ισότητα, αποτελεί αναπόφευκτο γεγονός που σηματοδοτεί το οριστικό τέλος της αριστοκρατίας από την οποία ο ίδιος προερχόταν, ο Τοκβίλ προσπάθησε να βρει τους τρόπους με τους οποίους η ελευθερία θα μπορούσε να συνδυαστεί με τη δημοκρατία. Για τον Τοκβίλ, από τη δημοκρατία μπορεί να προκύψει ένας φοβερός κίνδυνος· είναι δυνατόν, στο όνομα της λαϊκής βούλησης, το Κράτος να συντρίψει κάθε ελευθερία. Για να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος δεσποτισμού της πλειοψηφίας εις βάρος των μειοψηφιών απαιτούνται μέτρα ταυτοχρόνως πολιτικά (αποκέντρωση, ελευθερία του Τύπου, ενίσχυση των τοπικών ελευθεριών), κοινωνικά (ανάπτυξη των σωματείων) και νομικά (ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας). Η επιχειρηματολογία του Τοκβίλ, η οποία στηρίζεται στη μελέτη των ιστορικών γεγονότων, ακολουθεί μια μέθοδο που θυμίζει τον Μοντεσκιέ, με τον οποίο ο Τοκβίλ συγγενεύει χάρη στην αυστηρά επιστημονική λογική του αλλά και στο λιτό και σαφές ύφος του.
(Λεξικό "Le Petit Robert").
Πηγή: http://www.biblionet.gr/author/33494/Alexis_de_Tocqueville .