Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Θέλεις Παπαδόπουλο μαλάκα;



Untitled-1 copy

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Εν έτει 2012, διαπιστώνεται για µια ακόµη φορά πως, δυστυχώς, οι νόµοι της φυσικής δεν ισχύουν για τον Μαλάκα. Κι έτσι, µόλις 38 έτη µετά την πτώση της τελευταίας εν Ελλάδι δικτατορίας, διαβάζουμε σε πρωτοσέλιδα εφημερίδων για «το πραξικόπημα που δεν έγινε» (εφημερίδα Το Βήμα), ή για την ανάγκη «να βγει ο στρατός στο δρόμο»(εφημερίδα Πρώτο Θέμα)πράγμα που ούτε λίγο ούτε πολύ έχει γίνει, καθώς στις τελευταίες στρατιωτικές παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου φήμες κάνουν λόγο για την χρήση του στρατού σε περίπτωση που η αστυνομία δεν καταφέρει να καταστείλει διαδηλώσεις, αλλά και κατά τη διάρκεια της επίσκεψης της Γερμανίας Καγκελαρίου, Α.Μέρκελ, σε διάφορες φωτογραφίες που αναπαράγονται εντός των ιστοτόπων κοινωνικής δικτύωσης, στρατιωτικοί με αυτόματα εμφανίζονται να αντικαθιστούν τον ρόλο της αστυνομίας. Ακούμε συχνά για τα «παραμύθια του Πολυτεχνείου» (δήλωση του βουλευτή Άδωνι Γεωργιάδη) που µάλιστα στη σηµερινή συγκυρία βρίσκουν υποστηρικτές σε ένα διευρυνόμενο (ευτυχώς μειοψηφικό) μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Το κλισέ «ένας Παπαδόπουλος µας χρειάζεται» είχαµε συνηθίσει να το ακούµε από γραφικούς παππούδες που νοσταλγούσαν τις µέρες που ήταν είτε ρουφιάνοι, είτε βασανιστές, είτε ευνοούµενοι µε διάφορους τρόπους (όπως θα δούµε παρακάτω) από το στρατιωτικό καθεστώς. Κανείς δεν έδινε σηµασία, είτε διότι οι ιστορικές µνήµες της οδυνηρής επταετίας ήταν πρόσφατες, είτε διότι η µετέπειτα κοινοβουλευτική δηµοκρατία άνοιξε τον κρατικό µπουφέ για µεγάλο µέρος του πληθυσµού, δηµιουργώντας το ολοδικό της πελατειακό κράτος, διεφθαρµένων υπερκαταναλωτών και χειροκροτητών ψηφοφόρων.
Με την οικονοµική (και όχι μόνο) κρίση, όµως, η απαθής ελληνική κοινωνία ξεβρακώθηκε, αποκαλύπτοντας την πνευµατική και πολιτισµική της γύµνια στον εαυτό της. Το προαναφερθέν κλισέ έγινε για κάποιους «Χρυσή Αυγή που σας χρειάζεται», ο άλλοτε γραφικός Χριστιανικός όχλος αποκτά πλάτες με την βοήθεια της ναζιστικής αυτής γκρούπας, επιχειρώντας να λιντσάρει τους ηθοποιούς του Corpus Cristi για λόγους «βλασφημίας» (όπως ακριβώς συμβαίνει και σε πολλές θεοκρατικές κοινωνίες). Η συγκέντρωση µεγάλου αριθµού µεταναστών στα αστικά κέντρα, σε συνδυασμό  µε την τεράστια ανεργία, η αύξηση της εγκληµατικότητας ως συνέπειας της  ανέχειας και της ανισότητας, και την προσεκτική ρατσιστική προπαγάνδα  των ΜΜΕ (που τώρα παρουσιάζονται δήθεν “έκπληκτα” µε την άνοδο του  φασισµού) εδώ και αρκετά χρόνια σε συνεργασία µε τους τηλεµαϊντανούς του  ΛΑ.ΟΣ (που τώρα μεταπήδησαν στην κυβερνώσα ακρο(κεντρο)δεξιά παράταξη),  οδήγησε ένα σηµαντικό πληθυσµό νέων, ως επί το πλείστον, ανθρώπων στις  αγκάλες του έως τότε αφανούς από την κεντρική πολιτική σκηνή,  νεοναζιστικού μορφώματος. Έτσι, μετανάστες μαχαιρώνονται καθημερινά από ακροδεξιά κακοποιά στοιχεία, υπό την ανοχή της αστυνομίας, οι συνωμοσιολόγοι δημαγωγοί αποκτούν όλο και περισσότερους οπαδούς, την ίδια στιγμή που άνθρωποι αυτοκτονούν ο ένας μετά τον άλλον, μην μπορώντας να αντέξουν τα αβάσταχτα χρέη.
Κάποιοι άλλοι (πιο ισχυροί), όμως, αυτο-αποκαλούμενοι πραγματιστές ή ρεαλιστές βρήκαν την ευκαιρία να βαφτίσουν ως ρεαλιστική και σίγουρη επιλογή τον συμβιβασμό με την μιζέρια και την εξαθλίωση επιστρέφοντας, παράλληλα, στην ιστορικά οικεία «θεωρία των άκρων», σύμφωνα με την οποία οι κοινωνικοί αγωνιστές εξισώνονται με τις ακροδεξιές οργανώσεις και βαφτίζεται ως απειλή για την κοινωνία και τους «δημοκρατικούς» της θεσμούς: δεν μας ξεκαθάρισαν βέβαια, (ποιοί είναι αυτοί οι δημοκρατικοί θεσμοί οι οποίοι σώπασαν κατά τη διάρκεια του κοινοβουλευτικού πραξικοπήματος του Λουκά Παπαδήμου[1]). Έτσι, το Κράτος και οι μηχανισμοί εξουσίας που διαθέτει στο οπλοστάσιο του, βρήκαν το κατάλληλο όπλο ώστε α) να διαιρέσουν την ήδη διαιρεμένη κοινωνία, καλλιεργώντας εμφυλιοπολεμικό κλίμα, β) να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη από τα πραγματικά συστημικά προβλήματα στα απλά συμπτώματα της καπιταλιστικής κρίσης, και γ) να προβάλλουν την απειλή της πολιτικής σταθερότητας και ομαλότητας, ώστε να σπείρουν τον φόβο και την ανησυχία.
Έτσι, ο αγαπηµένος µας Μαλάκας παράλληλα µε την δήθεν εξυψωµένη, λόγω κρίσης πάντα, εθνική του περηφάνια, γίνεται ταυτόχρονα και νοσταλγός  της δικτατορίας  του Παπαδόπουλου, ή του Μεταξά (χωρίς, ωστόσο, κανείς να τον εμποδίζει να μεταναστεύσει σε μια χώρα που ένα τέτοιο καθεστώς έχει εδραιωθεί), αναπαράγοντας τις ψευδολογίες των φασιστολογίων που έχουν κατακλύσει το διαδικτυακό χώρο, χωρίς να αναζητήσει φυσικά πηγές και χωρίς να αναπτύξει έστω στο ελάχιστο την κριτική ιστορική γνώση, εξαργυρώνοντας µε χουντολαγνεία την χρόνια αποπολιτικοποίηση του. Η µπροσούρα, λοιπόν, αυτή απευθύνεται κυρίως στον Μαλάκα, και έχει ως βασικό της στόχο να αποτελέσει σηµείο προβληµατισµού γι’ αυτόν, και όχι προϊόν εκ νέου αναπαραγωγής και παπαγαλισµού επιχειρηµάτων.
Ο ΜΑΖΑΝΘΡΩΠΟΣ
Τα απολυταρχικά καθεστώτα δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς την κοινωνία αυτή που θα στηρίξει τον ολοκληρωτισμό. Ο Χίτλερ, σε ομιλία του προς τα S.A είπε: «Ό,τι είσαστε, το είσαστε χάρη σ’ εμένα. Ό,τι είμαι, το είμαι χάρη σ’εσάς και μόνο». Ο ανθρωπολογικός τύπος που συμβάλει περισσότερο στην κυριαρχία και διαιώνιση των ολοκληρωτικών καθεστώτων, δεν είναι τόσο αυτός του κτήνους του βασανιστή ή του χαφιέ, αλλά ο μαζάνθρωπος, βασικό χαρακτηριστικό του οποίου είναι ο εθισμός στο lifestyle, στην εύκολη και ανέμελη ζωή, στο θέαμα και η απομόνωση ή έλλειψη φυσιολογικών κοινωνικών σχέσεων. Οι φασιστική δικτατορία του Μουσολίνι, τα στρατιωτικά καθεστώτα του Σαλαζάρ, του Πινοσέτ και του Παπαδόπουλου βάσιζαν την κυριαρχία τους όχι μόνο στις διώξεις των πολιτικών τους αντιπάλων, αλλά στην καλλιέργεια ενός ξένιαστου lifestyle, μιας συνεχόμενης και επαναλαμβανόμενης εικόνας μιας ατέλειωτου πανηγυριού, σαν να πρόκειται για το ακριβό περιτύλιγμα ενός  χαλασμένου προϊόντος, μια βιτρίνα που κρύβει τις πληγές μιας κοινωνίας  που αιμορραγεί αλλά όντας υπνωτισμένη από τα καταναλωτικά ναρκωτικά. Προκειμένου να καταλάβουμε καλύτερα, θα πρέπει να θυμηθούμε αρχικά την ταινία Roma  του Φεντερίκο Φελίνι, που απεικονίζει την ζωή των Ιταλών κάτω από το  φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι, κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Φελίνι περιγράφει με απόλυτη ακρίβεια το πρώτο βασικό στοιχείο που  συναντά κανείς στον φασισμό: η υλιστική ζωή, η πληθώρα των απολαύσεων  και οι θεατρικές επιθεωρήσεις μας δίνουν την εντύπωση ότι οι άνθρωποι κάτω από ένα τέτοιο καθεστώς ζουν ευχάριστα. Η κρατική βία και οι  διώξεις έρχονται σε δεύτερη μοίρα και συχνά δεν αγγίζουν τον όχλο ο οποίος έχει κυριολεκτικά παραλύσει (γι’ αυτό και άλλωστε είναι όχλος και  όχι πια πολίτες) μέσα σ’ ένα βαθύ κλίμα απο-πολιτικοποίησης, απάθειας ή  στείρας αναπαραγωγής κρατικής προπαγάνδας. (Η απο-πολιτικοποίηση  αποτελεί βασικό στοιχείο που οδηγεί στον ολοκληρωτισμό για την Hannah  Arendt). Τα θεάματα που τα καθεστώτα αυτά προσφέρουν είναι είτε αστείες παρωδίες δίχως πολιτικό περιεχόμενο, είτε προπαγανδιστικά show, με σκοπό να προσελκύσουν τον όχλο στο πανηγύρι του lifestyle. Οι μάζες αυτές προέρχονται από μια διάτρητη κοινωνία, στις οποίες έρχεται το εθνικιστικό συναίσθημα (ο εθνικισμός αποτελεί πάντοτε πεμπτουσία των περισσότερων στρατιωτικών καθεστώτων) να συγκολλήσει.
Η χρόνια αποπολιτικοποίηση, ο ζαμανφουτισμός, το κλείσιμο του καθενός στην ιδιωτική του σφαίρα, και η αποξένωση συνθέτουν το παζλ της κρίσης της δυτικής κοινωνίας, και της ελληνικής συμπεριλαμβανομένης. Τόση απο-πολιτικοποίηση και εθισμό στην κουλτούρα του κιτς και της ξενοιασιάς, πραγματικά θα τη ζήλευαν ακόμα και οι στρατιωτικοί δικτάτορες. Σε μια σύγχρονη Δυτική κοινωνία δεν χρειάζεται κάποιο καθεστώς να ασκήσει σωματική βία από τη στιγμή που τα ελέγχει τα Μέσα Ενημέρωσης και Ψυχαγωγίας, τα οποία έχουν πετύχει ν’ απομακρύνουν τον καθένα μας από την πολιτική σφαίρα, βομβαρδίζοντάς μας καθημερινά με εικόνες lifestyle, δημιουργώντας ψεύτικες ανάγκες, χτυπώντας την πιο κεντρική δομή του ανθρώπινου ενστίκτου, την ψυχή, όπως θα έλεγε και ο Φρόιντ, και ελέγχοντας τα συναισθήματα μέσα από προβαλλόμενες εικόνες, καλλιεργώντας το φαντασιακό της υπερκατανάλωσης. Έτσι το πολιτικό όν ο άνθρωπος μετατρέπεται σε μαζάνθρωπος, εθίζεται στον καταναλωτισμό και την απάθεια, αναζητώντας διεξόδους μέσα από τις διάφορες φετιχιστικές εικόνες και διαφημίσεις. Είχε άδικο, συνεπώς, ο Ουμπέρτο Έκο, όταν έλεγε πως σήμερα μόνο οι ηλίθιοι κάνουν πραξικοπήματα με τανκς, όταν υπάρχει τηλεόραση; Μιλάμε, συνεπώς, για την κρίση σαν να πρόκειται για ένα φαινόμενο των τελευταίων δύο-τριών ετών, αποφεύγοντας να εξετάσουμε τα μικρές φυσαλίδες της φούσκας που μόλις έσκασε. Η συστηματική διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων, η δημιουργία εθνικών μύθων, οι κατά καιρούς «μεγάλες ιδέες» (οι οποίες ξεκινούν από τη«πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικιά μας θα ναι» και φτάνουν στην Ευρωζώνη και τους Ολυμπιακούς Αγώνες), η διαχρονική ανευθυνότητα και υποκειμενικότητα στη διαχείριση και μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος, η καλλιέργεια του πολιτισμού του σκυλάδικου, η συνολική απαξίωση της πολιτικής και η μετάλλαξη της σ’ ένα σόου τηλεκαρναβάλων, καθώς και πολλές άλλες φυσαλίδες αιωρούνται γύρω μας, καθώς εμείς συνεχίζουμε να βυθιζόμαστε όλο και πιο βαθιά στην ιδιωτική μας ζωή, αποστρεφόμενοι την συμμετοχή, την κοινωνικοποίηση και συνεχίζοντας την διαίρεση της κοινωνίας σε εκατομμύρια μικροσκοπικά «εγώ».
Όταν, όμως, έσκασε η μεγάλη φούσκα της κατανάλωσης, ο μαζάνθρωπος αυτός, ο άγνωστος μεταξύ αγνώστων, αναζητά μια νέα φούσκα για να κουρνιάσει μέσα της, να βρει την ασφάλεια που έχει χάσει, να πατήσει στη γη που έφυγε από τα πόδια του. Πώς, λοιπόν, θα αποφύγει ο μαζάνθρωπος το αυτομαστίγωμα στον οποίο καθημερινά τον καλούν η πολιτική τάξη, oι διεθνείς κι εγχώριες οικονομικές ελίτ, τα ΜΜΕ; ΄Πως θα ξεπεράσει και την ίδια του τη φυσική του ροπή προς την ιδιοτέλεια, την αδράνεια, τον φετιχισμό και την ασημαντότητα; Πώς θα απαλύνει τον πόνο της υπευθυνότητας, της αυτοκριτικής, πώς θ’ απομακρυνθεί και πάλι απ΄ τον δύσβατο δρόμο της κοινωνικής δημιουργίας που απλώνεται ανοιχτός μπροστά του; O εθνικιστικός ναρκισσισμός, και πάλι, θα του προσφέρει χείρα βοηθείας… έτσι ώστε να τον διαχωρίσει απ΄το γείτονα του, να του προσφέρει το βάθρο της (τάχα μου) φυλετικής ανωτερότητας, να δικαιολογήσει τα λάθη του παρελθόντος ρίχνοντας τις ευθύνες σε Εβραίους, ιλλουμινάτι, ψεκασμούς αεροπλάνων, μετανάστες και αριστερούς ή αναρχικούς.
Ο μαζάνθρωπος, λοιπόν, είναι εδώ. Είναι ο γείτονας με τον οποίο δεν έχουμε ανταλλάξει καλημέρα, είναι ο συνάδελφος στη δουλειά με τον οποίο δεν έχουμε πιει ποτέ ένα καφεδάκι, είναι η φουρνάρισσα την οποία δεν ρωτήσαμε ποτέ αν είναι καλά. Είναι μέσα σε σπίτι με κλειστά παντζούρια, σε αγέλαστο τραπέζι στο καφενείο, σε οθόνη υπολογιστή που μένει ανοιχτή εικοσιτετράωρα ολόκληρα. Κι όσο δεν κοινωνικοποιείται, όσο δεν ψάχνει για ζωή, τόσο η νέα φούσκα του εθνικού παραληρήματος τον παρασύρει εντός της. Ο μαζάνθρωπος δεν είναι πάντα ο Μαλάκας της ιστορίας μας. Ο Μαλάκας όμως είναι πάντα μαζάνθρωπος.
ΠΟΥΛΑ ΜΟΥ ΛΙΓΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Ο Μαλάκας της ιστορίας μας είναι ένας άνθρωπος που δεν έχει ακόμη απογαλακτιστεί. Όπως στα πρώτα χρόνια της ζωής του, περίμενε το παραμύθι της μητέρας για να γλυκοκοιμηθεί, έτσι και στην ενήλικη ζωή του αναζητά το παραμύθι αυτό που θα τον κοιμίσει για τα καλά και θα τον ξεκουράσει στις αγκάλες, όχι του Μορφέα, αλλά του εκάστοτε εξουσιομανή. Τα απλοϊκά επιχειρήματα που θέτει ο Μαλάκας μας, κινούνται από το «τουλάχιστον τότε κοιμόμουν ήσυχα» και το «επί χούντας φτιάχτηκαν δρόμοι» έως το «δεν υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο». Θα επιχειρήσουμε παρακάτω, όσο πιο σύντομα γίνεται, να εκθέσουμε τα χιλιοειπωμένα παραμύθια των χουντολάγνων.
Οι νεκροί του Πολυτεχνείου
Είναι τουλάχιστον προσβολή προς τις οικογένειες ανθρώπων που έδωσαν τη ζωή τους για τη δημοκρατία, έστω κι αν ακόμη συνεχίζεται ο αγώνας γι’ αυτή, ν’ αναφέρονται απαξιωτικά σ’ αυτούς γνωστοί τηλεμαϊντανοί βουλευτές και κάθε λογής φασιστοειδή , άνθρωποι που δεν έχουν αγωνιστεί για τίποτε απολύτως στη ζωή τους, και να τους αποκαλούν «παραμύθια». Πέραν των νεκρών, χιλιάδες αγωνιστές βασανίστηκαν, πολλοί περισσότεροι αντιμετώπισαν την καθημερινή Κρατική Τρομοκρατία, τη ρουφιανιά, τη λογοκρισία, το κυνήγι, είτε επειδή αντιστέκονταν στο αυταρχικό καθεστώς, είτε απλά έτυχε να συγγενεύουν με κάποιον αγωνιστή, είτε επειδή απλά τολμούσαν να πουν ό,τι σκέφτονταν. Χωρίς να επεκταθούμε στο ζήτημα των μεθόδων τρομοκρατίας της Χούντας, καθώς και η βιβλιογραφία είναι μεγάλη, αλλά και το ζήτημα εκτενές, παραθέτουμε τη λίστα των νεκρών αγωνιστών του Πολυτεχνείου.
Σπυρίδων Κοντομάρης (ετών 57, δικηγόρος, 16.11.1973, ώρα 20.30)
Διομήδης Κομνηνός (ετών 17, μαθητής, 16.11.1973, ώρα 21.30)
Σωκράτης Μιχαήλ (ετών 57, εμπειρογνώμων ασφαλιστικής εταιρείας , 16.11.1973, ώρα μεταξύ 22.30 & 23.00)
Βασίλειος Φάμελλος (ετών 26, ιδιωτικός υπάλληλος, 16.11.1973, ώρα 23.30)
Torill Engeland Magrette (ετών 22, 16.11.1973, φοιτήτρια, ώρα 23.30)
Γεώργιος Σαμούρης (ετών 22, 16.11.1973, φοιτητής ώρα 24.00)
Δημήτριος Κυριακόπουλος (ετών 35, οικοδόμος 16.11.1973, βραδυνή ώρα )
Σπύρος Μαρίνος (Γεωργαράς) (ετών 35, ιδιωτικός υπάλληλος, 16.11.1973, βραδυνή ώρα)
Νικόλαος Μαρκούλης (ετών 24 , εργάτης, 17.11.1973, πρωινή ώρα)
Αικατερίνη Αργυροπούλου (ετών 76, 17.11.1973, ώρα 10.00)
Στυλιανός Καραγεωργής (ετών 19, οικοδόμος, 17.11.1973, ώρα 10.15)
Μάρκος Καραμανής (ετών 23, ηλεκτρολόγος, 17.11.1973, ώρα 10.30)
Αλέξανδρος Σπαρτίδης (ετών 16, μαθητής 17.11.1973, ώρα 10.30-11.00)
Δημήτριος Παπαϊωάννου (ετών 60, διευθυντής ταμείου αλευροβιομηχάνων, 17.11.1973, ώρα 11.30)
Γεώργιος Γερτζίδης (ετών 48, εφοριακός υπάλληλος, 17.11.1973, ώρα 11.30)
Βασιλική Μπεκιάρη (ετών 17, μαθήτρια, 17.11.1973, ώρα 12.00)
Δημήτρης Θεοδωράς (ετών 5 1/2, 17.11.1973, ώρα 13.00)
Αλέξανδρος Βασίλειος (Μπασρί) Καράκας (ετών 43, ταχυδακτυλουργός, 17.11.1973, ώρα 13.00)
Αλέξανδρος Παπαθανασίου (ετών 59, συνταξιούχος εφοριακός, 18.11.1973, ώρα 10.00)
Ανδρέας Κούμπος (ετών 63, βιοτέχνης, 18.11.1973, ώρα 11.00)
Μιχαήλ Μυρογιάννης (ετών 20, ηλεκτρολόγος, 18.11.1973, ώρα 12.00)
Κυριάκος Παντελεάκης (ετών 43, δικηγόρος, 18.11.1973, ώρα 12.00-12.30)
Ευστάθιος Κολινιάτης (ετών 47, 18.11.1973)
Ιωάννης Μικρώνης (ετών 22 φοιτητής, συμμετείχε στην κατάληψη του Πανεπιστημίου Πατρών)
Η οικονομία επί χούντας
Η ελληνική ακροδεξιά, έχοντας εξασφαλίσει την συμμετοχή του Κράτους και των ΜΜΕ στην συστηματική συσκότιση της Ιστορίας, διατείνεται πως η (αμερικανοκίνητη) χούντα των συνταγματαρχών αποτέλεσε ένα «οικονομικό θαύμα», ενώ στην πραγματικότητα κατά την περίοδο αυτή επικράτησε η συνέχεια της πορείας που είχε αρχίσει να διαγράφεται από την αρχή της δεκαετίας του 60.  Οι ίδιοι οι συνταγματάρχες προέβαλαν ως επιχείρημα για το πραξικόπημα (εκτός από τον «κομμουνιστικό κίνδυνο») το φόβο του «οικονομικού χάους». Η οικονομική πραγματικότητα όμως της εποχής περιγράφεται ως εξής: «Η πρόοδος των τελευταίων πέντε ετών, όσον αφορά την αύξηση του εθνικού εισοδήματος και την βελτίωση του επιπέδου ζωής, βασίστηκε στη νομισματική σταθεροποίηση που επιτεύχθηκε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 50’ και ήταν συνέπεια των μηχανισμών αναπτύξεως που μπήκαν σε κίνηση και ενισχύθηκαν επιτυχώς στη δεκαετία 1957-1966. Στο τέλος του 1966 τα αποθέματα χρυσού και εξωτερικού συναλλάγματος ήταν εξαιρετικά μεγάλα. Κάτω από τέτοιες συνθήκες και με τέτοια ώθηση, η περαιτέρω πρόοδος της οικονομίας ήταν σχεδόν βέβαιη»[2]. Συνεπώς καταλαβαίνουμε ότι πραγματικά «φόβος οικονομικού χάους», δεν υπήρξε ποτέ (όπως ούτε «κομμουνιστικός κίνδυνος» απεδείχθη ποτέ πως υπήρξε).
Παρόλα αυτά η επιβολή του στρατιωτικού καθεστώτος, δημιούργησε κλίμα αβεβαιότητας προς την Ελλάδα διεθνώς. Κι έτσι υπήρξε πτώση στα έσοδα απ’ τον τουρισμό, μεταξύ 1967-1971, της τάξης των 200.000.000 δολαρίων. Συνυπολογίζοντας και τα κεφάλαια ύψους 200.000.000 δολαρίων που θα παραχωρούσε η Ε.Ο.Κ, μέσα στην τετραετία αυτή, τα οποία δεν δόθηκαν, το σύνολο φτάνει στα 400.000.000 δολάρια. Έτσι το στρατιωτικό καθεστώς προχώρησε σε «ενέργειες εκτάκτου ανάγκης» με βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα δάνεια με σκοπό την κάλυψη του ελλείμματος στο ισοζύγιο πληρωμών. Με αυτόν τον τρόπο και μέσα σε μια πενταετία (1966-1971), το εξωτερικό χρέος υπερδιπλασιάστηκε και συνολικά υπολογίζεται ότι έφτασε το ύψος των 2,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Ο παρακάτω πίνακας αποδεικνύει ξεκάθαρα τα κοινά χαρακτηριστικά της ευρύτερης περιόδου 60-73. Όπως βλέπουμε, το δημοσιονομικό έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ βρισκόταν στο 1,22% το 1966, ενώ το 1974 έφτασε το 2,76% του ΑΕΠ…Το 1961- 1966 οι ετήσιοι ρυθμοί ανάπτυξης κυμάνθηκαν από το 6,5% έως το 13,2%, και ο πληθωρισμός από 0% μέχρι 4,8% . Το 1967 -73 οι ρυθμοί ανάπτυξης «έτρεχαν» με ετήσιους ρυθμούς από 5,7% μέχρι 11,6%, ενώ πληθωρισμός με 0,3% έως το αρνητικό ρεκόρ 15,55% (το 1973).
Άλλο επιχείρημα των χουντολάγνων που υποστηρίζει την επταετή δικτατορία, είναι τα χαμηλά ποσοστά ανεργίας της εποχής. Φυσικά, αποκρύπτεται το γεγονός πως α)τα επίπεδα της ανεργίας κινούνταν στα ίδια περίπου επίπεδα και πριν το πραξικόπημα και β) πως η στατιστική της ανεργίας ήταν τεχνητή, αφού οι εν δυνάμει εργαζόμενοι πολίτες μετανάστευαν μαζικά προς το εξωτερικό, όπως δείχνει και ο παρακάτω πίνακας.
¨Έτος
Χιλιάδες
¨Έτος
Χιλιάδες
196367,7196730,8
196463,8196856,9
196554,9196990,3
196623,3197083,6
Όσον αφορά τους «υψηλούς μισθούς» επί χούντας, η σκόπιμη διασπορά ψευδών πληροφοριών από φασιστολόγια μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί με μία ματιά στον παρακάτω πίνακα. Οι μόνοι μισθοί που στην αυξήθηκαν ήταν αυτοί των χρήσιμων υπαλλήλων του καθεστώτος: των στρατιωτικών…(έτσι εξηγούνται και οι «κόκκινες γραμμές» του Μιχαλολιάκου αποκλειστικά στις περικοπές στις ένοπλες δυνάμεις και τις δυνάμεις καταστολής-όπως περιγράφτηκαν στο λογύδριο του εντός του Κοινοβουλίου)
Συγκριτική αύξηση αποδοχών
1963-66
1967-70
1968-71
Δημόσιοι υπάλληλοι97,5
Στρατιωτικοί1013
Υπάλληλοι δημοσίων επιχειρήσεων-τραπεζών8,84,7
Ωραία αμοιβή στη Βιομηχανία9,38,86,3
Εβδομαδιαίες αποδοχές στη Βιομηχανία8,88,68,6
Μηνιαίοι μισθοί στη Βιομηχανία7,87,76,9
Μίνιμουμ μισθοί(άνδρες)88,45,4

Μέσα διακυβέρνησης της χούντας
Αν συνοψίζαμε τα μέσα διακυβέρνησης της χούντας σε δέκα λέξεις, αυτές θα ήταν οι εξής: lifestyle, καλλιέργεια ενός κλίματος απο-πολιτικοποίησης, εθνικιστικός λαϊκισμός, υποσχέσεις, τρομοκρατία, διώξεις, μεταθέσεις, εκκαθαρίσεις, παροχές, λογοκρισία, απειλές.
Η δικτατορία της 21ης Απρίλη για να μπορέσει να μπορέσει να κυβερνήσει, απαγόρευσε τα πολιτικά κόμματα, διέλυσε τα εργατικά και επαγγελματικά σωματεία, διέλυσε κάθε οργάνωση που είχε κάποιο κοινωνικό περιεχόμενο. Στη συνέχεια απέλυσε τους υπάρχοντες δικαστικούς ώστε να τρομοκρατήσει και τους υπόλοιπους και προώθησε αυτούς που είχαν δεθεί με την δική τους πολιτική. Παρόλα αυτά η χούντα δεν μπορούσε να έχει εμπιστοσύνη στους τακτικούς δικαστές κι έτσι, εγκατέστησε στρατοδικεία σε ολόκληρη τη χώρα, που θα εφάρμοζαν πιστά τις εντολές της.
Η ίδια τακτική ακολουθείται και στους υπαλλήλους του κρατικού μηχανισμού σε κάθε κλίμακα. Απολύουν μερικούς και τρομοκρατούν τους άλλους. Στο στρατό το παιχνίδι τους είναι περισσότερο πολύπλοκο. Μετά το βασιλικό πραξικόπημα της 13/12/67 έχουν όλη την άνεση να τον εκκαθαρίσουν από τα στοιχεία που δεν θα πειθαρχήσουν σ’ αυτούς. Μα δεν αρκούνται μόνο σ’ αυτό. Πρέπει να προωθήσουν και να αποστρατεύσουν όλους τους αξιωματικούς που είχαν μεγαλύτερο βαθμό από αυτούς, γιατί διαφορετικά οι ανώτεροι αξιωματικοί ποτέ δε θα πειθαρχούσαν σε κατώτερούς τους. Η επετηρίδα έχει μεγάλη σημασία γι’ αυτούς. Αλλά δεν περιορίζονται μόνο σ’ αυτό. Αποστρατεύουν και μια σειρά καθαρά χουντικούς αξιωματικούς για να τους χρησιμοποιήσουν αμέσως σε επίκαιρα σημεία του κρατικού μηχανισμού. Οι αξιωματικοί που επιλέγονται για το σκοπό αυτό προάγονται, παίρνουν μια καλή σύνταξη και στη συνέχεια διορίζονται σε υψηλές δημόσιες  θέσεις με πολύ μεγάλο μισθό. Προωθεί γρήγορα νεότερους αξιωματικούς σε ανώτερους βαθμούς και φυσικό είναι, οι αξιωματικοί αυτοί να γίνονται πιστοί και αφοσιωμένοι στη χούντα. Και θα υποστηρίζουν τη χούντα, γιατί αν ανατραπεί και επανέλθουν οι διωγμένοι αντίθετοι της χούντας, θα πρέπει να υποβιβασθούν. Με παρόμοιο τρόπο λειτουργούν και με τους πολίτες της χώρας, έτσι ώστε να έχουν όση περισσότερη απήχηση και ανοχή από μέρος αυτών. Έτσι δεν λείπουν και τα ρουσφέτια προς μέρος της κοινωνίας που είναι φιλικά προσκείμενοι προς το στρατιωτικό καθεστώς, όπως χορήγηση χαριστικών δανεικών-κι αγύριστων από το Κράτος προς υποστηρικτές του καθεστώτος, χορήγηση αδειών κτλ.
Η χούντα χρησιμοποιεί το δημόσιο χρήμα για να δημιουργήσει γύρω της αφοσιωμένους ανθρώπους. Τον πρώτο καιρό μετά τη μεταπολίτευση το θέμα απασχόλησε επανειλημμένα τα ΜΜΕ, για προφανείς όμως λόγους οι σχετικές κατηγορίες ουδέποτε ερευνήθηκαν σε βάθος. Αποκαλυπτικά είναι δύο έγγραφα του τότε αρχηγού της ΚΥΠ Μιχαήλ Ρουφογάλη που αποκάλυψε ο «Ταχυδρόμος» (29/8 και 12/9/74), με το ενδοκαθεστωτικό φακέλωμα «δανείων άτινα θεωρούνται χαριστικά ή επισφαλή», καθώς και των παραγόντων που «παρενέβησαν» για τη χορήγησή τους. Το συνολικό ύψος των «χορηγηθέντων» δανείων ήταν 1.519.000.000 δρχ. και των «υπό έγκρισιν» 1.644.000.000 δρχ.Τα δισεκατομμύρια σκορπιούνται σε φίλους και γνωστούς, που υποτίθεται ότι κάνουν κάποια δημόσια έργα ή έχουν κάποια αποστολή. Μισθοδοτούν ένα πλήθος χαφιέδων που παρακολουθούν τους ανθρώπους σε κάθε τους βήμα. Όλοι όσοι θα περάσουν σαν στρατιώτες από την ΕΣΑ του Λαδά και του αρχιβασανιστή Ιωαννίδη θα μισθοδοτούνται σε συνέχεια σαν πληροφοριοδότες.Με τον τρόπο αυτό, δένει τους βασικούς κρίκους της διοίκησης με ανθρώπους αφοσιωμένους στη χούντα.
Λογοκρισία
«Έχετε υποχρέωσιν να δεχθήτε την σοβαρότητα της εγχειρήσεως και να μας βοηθήσετε», ήταν το πρώτο διάγγελμα του Παπαδόπουλου προς τους δημοσιογράφους, λίγες μέρες μετά την επιβολή της δικτατορίας.
Η πανομοιότυπη εμφάνιση των εφημερίδων που κυκλοφόρησαν από τη μεθεπόμενη του πραξικοπήματος, έδειχνε ξεκάθαρα την υποταγή τους στην άγρια λογοκρισία. Ίδια πρωτοσέλιδα, ίδιες επίσημες ανακοινώσεις και υπαγορευμένα δημοσιεύματα, ίδια σχόλια. Πέντε εφημερίδες έλειπαν από τις πρώτες κυκλοφορίες. Η «Αυγή» και η «Δημοκρατική Αλλαγή» που κάλυπταν τον αριστερό πολιτικό χώρο, των οποίων απαγορεύτηκε η κυκλοφορία, η «Ελευθερία», καθώς και οι συντηρητικές «Καθημερινή» και η «Μεσημβρινή». Από τις εφημερίδες που εκδόθηκαν, οι ακροδεξιές «Ελεύθερος Κόσμος» και «Εστία» υποστήριξαν ανοιχτά το καθεστώς (και η κυκλοφορία των οποίων δεν ξεπέρασε ποτέ τις τελευταίες θέσεις). Οι συντηρητικές και φιλοβασιλικές, «Ακρόπολις», «Απογευματινή» και «Βραδυνή» υποτάχτηκαν πλήρως στο καθεστώς λογοκρισίας. Δυσάρεστη έκπληξη προκάλεσαν στους αναγνώστες τους οι τέσσερις εφημερίδες, «Αθηναϊκή», «Βήμα», «Έθνος» και «Νέα», οι οποίες στην αρχική φάση τουλάχιστον αποδέχτηκαν τη λογοκρισία των συνταγματαρχών. Λίγες μέρες μετά, η κεντροαριστερή «Αθηναϊκή» σταμάτησε την έκδοσή της.  Η εφημερίδα «Έθνος» χτυπημένη από τα βαριά πρόστιμα και τη φυλάκιση των εκδοτών της ,λόγω της έντονης κριτικής στο καθεστώς και της δημοσίευσης συνέντευξης του οικονομολόγου Ζίγδη για το κυπριακό ζήτημα, σταμάτησε την έκδοσή της την 1.4.1970.
Τα «καθαρά χέρια» της χούντας
Μπορεί οι στρατιωτικοί δικτάτορες να μη χαιρετούσαν ναζιστικά, όπως οι σημερινοί νοσταλγοί τους στο κοινοβούλιο, όμως ούτε «καθαρά χέρια» είχαν (όπως φυσικά ούτε οι μαχαιροβγάλτες της νεοναζιστικής συμμορίας έχουν). Τα σκάνδαλα της χούντας δεν ήταν ούτε λίγα, ούτε ασήμαντα (όπως ούτε αυτά των κοινοβουλευτικών συνεχιστών τους φυσικά).
Το πρώτο πράγμα που φρόντισαν να νομοθετήσουν ήταν η αύξηση του μισθού τους.  Με τον Α.Ν. 5 του 1967, ο μισθός του πρωθυπουργού υπερδιπλασιάστηκε (από 23.600 σε 45.000 δρχ), των υπουργών και υφυπουργών αυξήθηκε από 22.400 σε 35.000 δρχ, ενώ θεσπίστηκαν -για πρώτη φορά- ημερήσια «εκτός έδρας» 1.000 και 850 δρχ αντίστοιχα («Πολιτικά Θέματα» 5/10/73). Ακολούθησαν, φυσικά, κι άλλες «τακτοποιήσεις», όπως η καταχρηστική στεγαστική αποκατάσταση «αξιωματικών διαδραματισάντων εξέχοντα ρόλον» στο πραξικόπημα με ειδική ρύθμιση του 1970 («Πολιτικά Θέματα» 8/2/75).
Ο πρώτος νόμος «περί ευθύνης» υπουργών δεν είναι προϊόν των σημερινών συγκυβερνώντων ΝΔ-Πασοκ, αλλά της δικτατορίας των συνταγματαρχών που φρόντισαν να θεσμοθετήσουν τη μελλοντική ασυλία τους.Η χουντική νομοθεσία «περί ευθύνης υπουργών» (Ν.Δ. 802 της 30/12/1970) περιείχε «μεταβατική διάταξη» (§ 48) βάσει της οποίας δίωξη υπουργού ή υφυπουργού της χούντας μπορούσε να γίνει μόνο με απόφαση των… συναδέλφων του. Επιπλέον, όλα τα «εγκλήματα διά τα οποία δεν ησκήθη ποινική δίωξις μέχρι της ημέρας συγκλήσεως» της μελλοντικής Βουλής θεωρούνταν αυτομάτως παραγεγραμμένα! Όλα αυτά θα μπορούσαν, βέβαια, να επιτευχθούν με μία ομαλή μετάβαση σε ένα ψευδοδημοκρατικό καθεστώς, σχέδιο που τίναξε στον αέρα η εξέγερση του Πολυτεχνείου και το έγκλημα που διέπραξαν στην Κύπρο.
Από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα ήταν αυτό του Τομ Πάπας και της εταιρείας Esso Pappas. Σύμφωνα με κατάθεση του δημοσιογράφου Η. Δηματρακόπουλου στο αμερικάνικο κογκρέσο, η χούντα διοχέτευσε στο ταμείο της εκστρατείας του Νίξον 549.000 δολάρια σε μετρητά για τη προεκλογική εκστρατεία του το 1968. Το ποσό αυτό προερχόταν από τα κονδύλια που η CIA διοχέτευσε στην ελληνική ΚΥΠ, για την αντικομουνιστική της εκστρατεία. Η χρηματοδότηση γινόταν με εντολή του Παπαδόπουλου, μέσω του διοικητή της ΚΥΠ Μιχάλη Ρουφογάλη (δηλαδή ξέπλυμα χρημάτων μέσω του Πάπας). Το αντάλλαγμα για τον Πάπας από τη Χούντα ήταν ευνοϊκές συμβάσεις με το ελληνικό δημόσιο (οι οποίες είχαν αμφισβητηθεί από την Ένωση Κέντρου). «Το μερίδιό του στην Ελλάδα περιλαμβάνει την πολυδιαφημισμένη προνομιακή σύμβαση για την COCA-COLA, μονοπώλιο του δικαιώματος αγοράς της ντομάτας της Δυτικής Ελλάδας, και ένα σύμπλεγμα πολλών εκατομμυρίων δολαρίων από χημικές και χαλυβουργικές εγκαταστάσεις, διυλιστήρια και στόλους πετρελαιοφόρων» (ριζοσπάστης, 29.4.2000). Από τα μεγαλύτερα επιχειρηματικά «επιτεύγματά» του ήταν η εξασφάλιση άδειας για τη δημιουργία εργοστασίου εμφιάλωσης της Κόκα-Κόλα στην Ελλάδα. Η αμερικανική πολυεθνική προσπαθούσε για μια δεκαετία να μπει στην ελληνική αγορά, χωρίς αποτέλεσμα. Επίσης, ένας προσωπάρχης του Τομ Πάπας με σκανδαλώδες παρελθόν, ο Παύλος Τοτόμης, διορίστηκε το 1967 υπουργός Δημόσιας Τάξης και κατόπιν πρόεδρος της ΕΤΒΑ.
Χαρακτηριστικός ήταν και ο νεποτισμός των δικτατόρων:
  • Ο Μακαρέζος διόρισε υπουργό Γεωργίας (κι αργότερα Βορείου Ελλάδος) τον κουνιάδο του, Αλέξανδρο Ματθαίου.
  • Ο Λαδάς έκανε τον ένα ξάδερφό του διοικητή της ΑΣΔΕΝ και τον άλλο γ.γ. Κοινωνικών Υπηρεσιών.
  • Ο γαμπρός του Παττακού Αντρέας Μεϊντάσης επιδόθηκε σε μπίζνες με το Δήμο Αθηναίων από την κατασκευή του υπόγειου γκαράζ της Κλαυθμώνος μέχρι μια τεχνική μελέτη αξιοποίησης δημοτικού ακινήτου, ύψους 1.109.000 δρχ.
  • Τα αδέρφια του αρχηγού βολεύτηκαν κι αυτά. Ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος ως στρατιωτικός ακόλουθος, γ.γ. του υπ. Προεδρίας, περιφερειακός διοικητής Αττικής και «υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ». Ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλος αναρριχήθηκε αστραπιαία στην υπαλληλική ιεραρχία για να αναλάβει γ.γ. Δημ. Τάξεως. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα βαθμοφόρου υφισταμένου του, «μένει γνωστός σαν “μπον φιλέ” γιατί, τυλιγμένος σε χειμωνιάτικο παλτό, τρέχει νύκτα μαζί με αξιωματικούς αστυνομίας πόλεων στα καμπαρέ σαν γκάγκστερς και τρώγουν φιλέτο» (Αλέξανδρος Δρεμπέλας, «Ο θρήνος του χωροφύλακα», Αθήνα 1998, σ. 118)
Η αισθητική των καραβανάδων
«Καλή τέχνη είναι αυτή που είναι καλή για την Μητέρα Πατρίδα» γράφει ο συνταγματάρχης Λαδιάς. Και όπου «Μητέρα Πατρίδα» μπορείτε ελεύθερα να συμπεράνετε το στρατιωτικό καθεστώς. Αποδεκτή μορφή τέχνης για την δικτατορία είναι αυτή που εξυμνεί το καθεστώς ή τουλάχιστον δεν το ενοχλεί.Τα αυταρχικά καθεστώτα συνήθως φροντίζουν με φτηνά υποκατάστατα κουλτούρας να κρατούν «τις μάζες σε κατάσταση ικανοποιημένης νάρκης», όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Ρ. Ρούφος, δείχνοντας  ανοχή σε «ουδέτερες» εκδηλώσεις.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι η κυριολεκτικά «πτωχή τω πνεύματι» κληρονομιά που άφησε πίσω της η Χούντα, ενθαρρύνοντας κάθε είδους ανόητη δημιουργία μόνο και μόνο επειδή αυτή τύχαινε να την εγκωμιάζει ή να κρατά τον κόσμο μακριά από επικίνδυνους στοχασμούς, μας εκπλήσσει ακόμα και σήμερα. Σε κάποιες περιπτώσεις δε, έχει αφήσει ευδιάκριτα τα ίχνη της, κυρίως στον κόσμο της τηλεόρασης και στον πολεοδομικό σχεδιασμό. Ως προς την αισθητική της αρχιτεκτονικής των «ψηλών κτιρίων», που χτίστηκαν κατά κόρον την περίοδο της δικτατορίας κι έχουν ταυτιστεί με τον αυταρχικό χαρακτήρα του καθεστώτος (κοντινότερο στους φοιτητές παράδειγμα, το γυάλινο κτίριο στο Πάντειο Πανεπιστήμιο), αρκεί να υπενθυμίσουμε τη δήλωση του Παττακού, που υποστηρίζει ότι οι επόμενες γενιές θα τον ευγνωμονούν για την απόφασή του να αυξήσει κατά 40% το επιτρεπόμενο ύψος δόμησης [3]
Η δικτατορία φρόντιζε να χαρίζει δωρεάν θέαμα στο κοινό, με τις θρυλικά αντιαισθητικές  εκδηλώσεις  της στο Παναθηναϊκό Στάδιο, όπου προσπαθούσε να «εξυψώσει το πατριωτικό συναίσθημα» σε δίχως αρχή και τέλος δρώμενα, όπου συνευρίσκονταν σπαρτιάτικες φάλαγγες, βυζαντινοί αυτοκράτορες, τσολιάδες, γιγάντιοι αστραφτεροί φοίνικες-άρματα, ενώ στην άλλη άκρη του γηπέδου χόρευαν καλαματιανό και τσάμικο…με σκοπό το«ομαδικό τραγούδι να διαλύσει την ατομικότητα εντός του συνόλου και να επισφραγίσει το ψυχολογικό ενιαίο των ατόμων» . Σταθμός, όμως, στην πνευματική ζωή της χώρας και ένδειξη των «υψηλών» αισθητικών κριτηρίων που διέθετε η Χούντα αποτελεί η «ποιητική έξαρση» που παρατηρήθηκε τα πρώτα χρόνια μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα, την οποία αξιοποίησε η κυβέρνηση εκδίδοντας το 1969 τη «Λαϊκή Μούσα», συλλογή στίχων από υποστηρικτές του καθεστώτος σε όλη τη χώρα. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα είναι το εξής:
«Μεσ’ τον Απρίλη έφθασαν
τρεις μάγοι με τα δώρα
Ο Γιώργος Παπαδόπουλος
κι ο Παττακός στην ώρα.
Ακόλουθα στέκει πιστός
ο Νίκος Μακαρέζος
που στάθηκε στο ραντεβού
και τώρα σαν Εγγλέζος».
(Πρόδρομος Σακελάριος Μιχαηλίδης, ιερέας)
Η ΧΟΥΝΤΑ ΘΑ ΠΕΣΕΙ ΕΝΑ ΠΡΩΙ
«Για ένα απροσδιόριστο ακόμη χρονικό διάστημα, την Ιστορία θα κινούν οι δυνάμεις της βίας και του χρήματος, ενάντια στα συμφέροντα των λαών και στην αλήθεια των ανθρώπων» (Albert Camus)
Σ’ έναν κόσμο που βαλτώνει στην καταπίεση, την ανισότητα, την εξαθλίωση, οι κάθε λογής τσοπάνηδες βγαίνουν στο λιβάδι προσπαθώντας να μαντρώσουν όσο περισσότερους μπορούν, γύρω από τα (παρα)πολιτικά τους μαντριά. Αν, λοιπόν, αγαπητέ Μαλάκα της ιστορίας έχεις σκοπό να σταματήσεις βελάζεις, ν΄ αρχίσεις να μιλάς, κι από υπήκοος να πάρεις το ρόλο του Πολίτη, τότε καλό θα ΄ταν  να μην ψάχνεις την ασφάλεια σε Φούσκες. Το μόνο στήριγμα στο οποίο μπορείς να βασιστείς είναι ο ίδιος σου εαυτός, και η συλλογικότητα των ανθρώπων γύρω σου. Ο Παπαδόπουλος ψόφησε, οι μικροί δικτάτορες όμως ζουν και βασιλεύουν, δημιουργώντας μεγάλες ολιγαρχίες. Καιρός να σταματήσουμε ν’ αναζητούμε δικτάτορες κι ολιγαρχίες. Καιρός να ζήσουμε… «Η εσχάτη ταπείνωση, θα οδηγήσει σε κάποια αντίδραση» (Κ.Παλαμάς)
Σημειώσεις:
[1] Να υπενθυμίσουμε πως όποιος θα χαρακτήριζε υπερβολική την κυβέρνηση Εθνικής Σωτηρίας που σχηματίστηκε εκτάκτως από τον τεχνοκράτη Λ.Παπαδήμο, ανατρέποντας τον Γ.Παπανδρέου, πως τα δικτατορικά πραξικοπήματα στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχαν διάρκεια ζωής έξι μηνών (περίπου) και κύριο χαρακτηριστικό τους δεν ήταν η καταστολή όσο ο σφετερισμός μιας νόμιμης εξουσίας. Τα καθεστώτα αυτά συνήθως επικαλούνταν κάποια έκτακτη ανάγκη που με την περάτωσή της, έκλειναν τον κύκλο τους και παρέδιναν την εξουσία πάλι στους νόμιμους θεσμούς. Οποιαδήποτε ομοιότητα με την περίπτωση Μ.Μόντι και Λ.Παπαδήμου δεν είναι τυχαία.
(2)Γιώργου Γιαννόπουλου – RichardClogg 1976 «Η Ελλάδα κάτω από στρατιωτικό ζυγό»
(3)Το Κιτς της Χούντας, Κλεονίκη Αλεξοπούλου
(4) Περικλής Ροδάκης, Η δικτατορία των συνταγματαρχών
(5) Σόλωνος Γρηγοριάδη, Ιστορία της δικτατορίας
(6) Χαρίτου Κορίζη, Το αυταρχικό καθεστώς 67-74
(7) Χάνα Αρέντ, Το ολοκληρωτικό σύστημα
(8) Βίλχελμ Ράιχ, Η μαζική ψυχολογία του φασισμού
(9) Ελευθεροτυπία,Ιός της Κυριακής, Εφτά χρόνια αρπαχτή
Συγγραφή: Μιχάλης Θ., Efor., Χριστοφορος Π.

Τα παραμύθια Κασιδιάρη–Μιχαλολιάκου για την «οικονομική προκοπή» της χούντας


Τα παραμύθια Κασιδιάρη–Μιχαλολιάκου για την «οικονομική προκοπή» της χούντας...

«Με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο η Ελλάδα γνώρισε προκοπή», είπε ο Νίκος Μιχαλολιάκος στον Ασπρόπυργο. «Τότε δεν υπήρχε καθόλου ανεργία, ούτε πληθωρισμός», διατείνονται άλλα στελέχη της «Χρυσής Αυγής». Είναι όμως έτσι;
Εάν οι ισχυρισμοί αυτοί εκπορεύονταν μόνο από χείλη δεδηλωμένων χουντικών, το κακό θα ήταν μικρό. Τέτοια κλισέ όμως αναπαράγονται και στις τάξεις ανθρώπων που κατά τα άλλα δεν έχουν ιδεολογικές – πολιτικές «συγγένειες» με την «Εθνοσωτήριο».
Η άγνοια, σε συνδυασμό με τη δικαιολογημένη οργή για το σημερινό οικονομικό - κοινωνικό status της ανέχειας και της ανεργίας, ευνοεί την προσφυγή σε τέτοια κλισέ.
«Νοσταλγικά» κλισέ, τα οποία καταντούν απλουστευτικά σε αφόρητο βαθμό, συν τοις άλλοις επειδή η υιοθέτησή τους προϋποθέτει την αποδοχή μιας αλλόκοτης ιδέας: Ότι η ιστορική εξέλιξη επιφύλαξε στη χούντα των συνταγματαρχών, γενικώς και αορίστως, το ρόλο του «αντίπαλου δέους» στα προδικτατορικά και μεταδικτατορικά καθεστώτα. Λες και ήταν ίδιες, με πανομοιότυπα χαρακτηριστικά όλες οι εποχές πχ από το 1950 μέχρι το 1967 κι από το ... κατηγορούμενο για όλα 1974, έως σήμερα!

Από το 1974 η ανεργία έπεσε περισσότερο

«Στη χούντα δεν υπήρχε ανεργία και πληθωρισμός»... Η αλήθεια είναι ότι κατά τα έτη 1967- 1973 η επισήμως καταγεγραμμένη ανεργία κυμαινόταν από το 2% μέχρι το 5,4%, με πτωτική τάση κατά τα τελευταία έτη της περιόδου. Αναλυτικά: το 1967 ήταν στο 5,4%, το 1968 στο 5,6%, το 1969 στο 5,2%, το 1970 στο 4,2% , το 1971 στο 3,1%, το 1972 στο 2,1%, το 1973 στο 2%.
Πολύ χαμηλά ποσοστά, βεβαίως, εάν τα συγκρίνει κανείς με τα αντίστοιχα, τα τραγικά των τελευταίων δεκαετιών. Μόνο που θα είναι αφελής ή υποκριτής όποιος επιχειρήσει τέτοια άλματα στο χρόνο! Διότι στα μεταπολιτευτικά χρόνια και μέχρι να εκδηλωθεί η δεύτερη «ζόρικη» διεθνής κρίση, εκείνη του 1979, η ανεργία στην Ελλάδα ήταν ακόμη μικρότερη εκείνης που καταγραφόταν επί χούντας.
Το 1976, έτος κατά το οποίο οι βιομήχανοι κατηγορούσαν για «σοσιαλμανία» (!) τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, η ανεργία έπεσε για πρώτη φορά κάτω από 2% και παρέμεινε έτσι, καθηλωμένη, έως το 1980. Αναλυτικά: Το 1977 βρισκόταν στο 1,7%, το 1978 στο 1,9%, το 1979 στο 1,9%. Το 1980 ανήλθε στο 2,7%. Είχαν πλέον αρχίσει να γίνονται αισθητές και εδώ οι συνέπειες της διεθνούς κρίσης του 1979.
Ας ληφθούν υπόψη τρεις ακόμη παράμετροι...
Πρώτη παράμετρος: Η μεγάλη, διεθνής κρίση του 1973 προκάλεσε τον πρώτο σοβαρό οικονομικό κλονισμό στον μεταπολεμικό (τον Δεύτερο Παγκόσμιο, εννοούμε) κόσμο. Μέχρι τότε εκδηλώνονταν μόνο μικρές, «περιοδικές» κρίσεις. Βιαιότερη αποδεικνύεται, βεβαίως,η σημερινή, την οποία βιώνει ο πλανήτης από το 2008, αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία.
Προτού φθάσει το «ωστικό κύμα» του 1973 στην Ελλάδα, η χούντα έπνεε τα λοίσθια ή είχε καταρρεύσει. Αντιθέτως, η Ελλάδα της πρώιμης μεταπολιτευτικής περιόδου, όποιες απόψεις κι αν έχει κανείς για την τότε διακυβέρνηση, υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει ... για τα καλά αυτό το «ωστικό κύμα».

Η «γενική ευμάρεια» την εποχή της ...μετανάστευσης;

Δεύτερη παράμετρος: Στην Ελλάδα της λεγόμενης «χρυσής οικονομικής περιόδου», δηλαδή των ετών 1960- 1973, η ανεργία κυμαινόταν σε χαμηλά επίπεδα, συν τοις άλλοις επειδή τεράστιο τμήμα του οικονομικώς ενεργού πληθυσμού εργαζόταν – για να θυμηθούμε τον Καζαντζίδη- «στις «φάμπρικες της η Γερμανίας και του Βελγίου τις στοές». Κι ακόμη, στη Γαλλία, την Αυστραλία, την Αμερική και τον Καναδά.
Κάποια στιγμή, μάλιστα, στη δεκαετία του '60, ο οι μισοί σχεδόν άντρες ηλικίας 20-40 ετών δούλευαν ως μετανάστες στο εξωτερικό!
Η μετανάστευση διατηρήθηκε σε δυσθεώρητα ύψη μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '70. Υποχώρησε με γρήγορους ρυθμούς στην μεταπολιτευτική Ελλάδα διότι, είτε αρέσει είτε όχι στους πάσης φύσεως υμνητές της χούντας, τότε άρχισε να γίνεται περισσότερο ανεκτή -εδώ- η ζωή των εργαζομένων, των μικρομεσαίων – εν πάση περιπτώσει, του φάσματος της κοινωνίας που κάποτε ο Ανδρέας Παπανδρέου προσδιόρισε ως «μη προνομιούχους».
Τρίτη παράμετρος: Εξυπακούεται πως δεν ευημερούν πάντοτε οι άνθρωποι, όταν ευημερούν οι αριθμοί. Υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και χαμηλό πληθωρισμό εμφάνιζε η Ελλάδα από τις αρχές της δεκαετίας του '60. Ενίοτε μάλιστα τα ποσοστά πληθωρισμού ήταν πολύ μικρότερα από το αντίστοιχα μεγάλων, ανεπτυγμένων χωρών, στις οποίες οι θείοι, γονείς ή παππούδες μας εργάζονταν ως μετανάστες. Ε, και;

Οι μισθοί ανέβηκαν ουσιαστικά στα χρόνια της ... «αναρχίας»

Κατά τη διάρκεια της «χρυσής» περιόδου 1960 -1973, οι μισθοί παρουσίασαν άνοδο αντίστοιχη των αναπτυξιακών ρυθμών και των παραγωγικών δεδομένων μόνο στα έτη 1964- 1967. «Σύμπτωση»: Ήταν εποχή των δυναμικών κοινωνικών διεκδικήσεων. Της ...«αναρχίας», σύμφωνα με τους χουντικούς.
Στη «χρυσή» περίοδο το μέσο εισόδημα των εργαζομένων κάλυπτε μόλις το 64% των αναγκαίων δαπανών συντήρησης μιας οικογένειας. Η κοινωνική μέριμνα ήταν πολύ ισχνή. Παράδειγμα: Κατά το 1961 το 17,7% του πληθυσμού ήταν αναλφάβητο, ενώ υπήρχαν τραγικές αναλογίες δασκάλων - μαθητών.
Κι όμως, κατά τα ίδια έτη η Ελλάδα γνώριζε την ανάπτυξη και του βιομηχανικού τομέα, ιδίως από το 1964. Ιδού η αλλαγή: Το 1950 το μερίδιο της Γεωργίας στο ΑΕΠ ήταν 34%, της Βιομηχανίας 25% και των Υπηρεσιών 41%. Το 1967 τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν πλέον 23,6%, 25,1% και 50,3%.
Η ανάπτυξη ήταν υψηλή – και καταλυτικός ο ρόλος του κράτους σε αυτήν. Από το 1959, άλλωστε, το 34% των παγίων κεφαλαίων των βιομηχανικών μονάδων ανήκε στο Δημόσιο. Είπαμε: Ανάπτυξη υψηλή, αλλά πολύ μικρή η «διάχυση» των οφελημάτων στην κοινωνία...

Μα έτσι ήταν σε αδρές γραμμές και τα προηγούμενα «χρυσά» έτη...

Θα αναρωτηθεί, ίσως κανείς: «Μα καλά, γιατί να θεωρούμε τα χρόνια της χούντας τμήμα μιας ευρύτερης περιόδου, εκείνης των ετών 1960- 73;». Διότι, απλούστατα, τα οικονομικά χαρακτηριστικά της όλης περιόδου ήταν σε αδρές γραμμές ενιαία, όσο κι αυτό δεν αρέσει στους οπαδούς της ιδέας πως το ... φωτεινό 1967 -74 αποτελούσε μια όαση, ανάμεσα τε προηγούμενους και επόμενους αμμόλοφους φαυλοκρατίας!
Η αλήθεια είναι ότι η ελληνική οικονομία της «χρυσής περιόδου» 1960- 73 ακολουθούσε το παγκόσμιο «κύμα» της εποχής: Ανάπτυξη κεϊνσιανικού τύπου, με πολλές δημόσιες επενδύσεις, με μπόλικα κρατικά ... χατίρια προς υψηλά «διαζώματα» του ιδιωτικού επιχειρηματικού κόσμου, με τη λογική της «μικτής οικονομίας» και με ανεργία που σπανίως υπερέβαινε το 2%, σε όλη την Ευρώπη.
Η δυναμική ανάπτυξη, με τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, στην Ελλάδα χαρακτήρισε ολόκληρο το χρονικό διάστημα 1960-73, όχι μόνο την περίοδο της χούντας. Το 1961- 1966 οι ετήσιοι ρυθμοί ανάπτυξης κυμάνθηκαν από το 6,5% έως το 13,2%, ο πληθωρισμός από 0% μέχρι 4,8% και η ανεργία από 5% έως 5,9%. Το 1967 -73 οι ρυθμοί ανάπτυξης «έτρεχαν» με ετήσιους ρυθμούς από 5,7% μέχρι 11,6%. Ο πληθωρισμός με 0,3% έως 15,55% (το 1973) και η ανεργία με 2% έως 5,4%.

Ευνοϊκό παρέμενε  το διεθνές οικονομικό τοπίο

Αν θελήσει κανείς να «διυλίσει τον κώνωπα», θα διαπιστώσει ότι στην περίοδο της χούντας, σε σχέση με τα έτη 1961- 1966, η ανεργία ήταν ελαφρώς μικρότερη, η ανάπτυξη ελαφρώς μικρότερη, ο πληθωρισμός ελαφρώς μεγαλύτερος. Όλα προς το «ελαφρώς» κλίνουν. Μεγάλες διαφορές, δεν θαανιχνεύσει κανείς.
Στην περίοδο της χούντας, όπως ήδη τονίσαμε, το διεθνές οικονομικό περιβάλλον παρέμενε ευνοϊκό. «Μοχλοί» της ανάπτυξης ήταν η οικοδομή και ο τουρισμός. Την εισροή τουριστών φυσικά ευνοούσε το καλό -εν γένει- οικονομικό επίπεδο που χαρακτήριζε την Ευρώπη.
Με εξαίρεση το 1968, κατά την περίοδο της δικτατορίας η αύξηση των μισθών υστερούσε κατά πολύ της αύξησης που εμφάνιζε η παραγωγικότητα της εργασίας.
«Λησμονώντας» την κρίση του 1973
Τι είναι λοιπόν εκείνο που ωθεί προς το κλισέ «επί Παπαδόποτλου ήμασταν καλά» πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι – αναλόγως της ηλικίας τους- στηρίζονται σε όσα θυμούνται ή σε όσα έχουν ακούσει;
Είναι κάτι σημαντικό: Στα 60ς, όπως και στα πρώιμα 70ς, δεν συντελέστηκαν ξαφνικές, απότομες καταβαραθρώσεις του επιπέδου ζωής τεράστιων τμημάτων του πληθυσμού, όπως συμβαίνει σήμερα. Ο κόσμος, ακόμη κι όταν ζούσε υπό συνθήκες δύσκολες ή και συνθήκες ανέχειας, ήλπιζε πως το μέλλον θα ήταν καλύτερο. Η προσδοκία «τα παιδιά μας θα ζήσουν καλύτερα από εμάς» ήταν βασίμως ακλόνητη.
Αυτό όμως δεν αφορούσε μόνο την Ελλάδα, ούτε περιοριζόταν στα χρόνια της χούντας. Πώς θα είχαν συντελεστεί απότομες «καθιζήσεις» του βιοτικού επιπέδου εκατομμυρίων ανθρώπων, πώς θα έχει πληγεί τόσο η μεσαία τάξη, υπό συνθήκες μικρών, «κυκλικών» διεθνών κρίσεων;
Από πού κι ως πού θα «πιστωθεί» η δικτατορία των συνταγματαρχών τα «στάνταρ σιγουριάς» που χαρακτήριζαν όλη την Ευρώπη, προτού ξεσπάσει η μεγάλη κρίση του 1973; Θα ήταν τόσο ανόητο, σαν να μακαρίζεις κάποιον ... πρόγονο ότι δεν έπεσε ποτέ θύμα τροχαίου ατυχήματος και να αγνοείς πως εκείνος δεν πρόλαβε την εποχή του αυτοκινήτου!

Κι από σκάνδαλα; Στο «φουλ»...

Εξυπακούεται ότι η ανάπτυξη της προδικτατορικής Ελλάδας, όπως και της χουντικής περιόδου, ήταν βουτηγμένη στα σκάνδαλα και στις μίζες...
Υπενθυμίσεις επιγραμματικές, για τα προδικτατορικά: Σκάνδαλο «Ζίμενς» που προκάλεσε και τη ρήξη στις σχέσεις του Παπάγου με τον Μαρκεζίνη, το 1954. Άφθονα... κλέη της οκταετίας (1955- 63) Καραμανλή, από τα «βραχώδη οικόπεδα της Φιλοθέης» και τα φουσκωμένα κέρδη εργολάβων, μέχρι την ηλεκτροδότηση της «Πεσινέ» με όρους σκανδαλωδώς ευνοϊκούς.
Απόφαση της Βουλής, τον Φεβρουάριο του 1965, να παραπέμψει σε ειδικό δικαστήριο τους Κ. Καραμανλή, Π. Παπαληγούρα και Ν. Μάρτη για την «Πεσινέ». Επτά εν συνόλω υπουργοί και δυο υφυπουργοί του «εθνάρχη» που αντιμετώπισαν - σε κοινοβουλευτικό επίπεδο- κατηγορίες περί βλάβης του δημοσίου συμφέροντος και περί παράνομης διάθεσης μυστικών κονδυλίων. (Προτείνει κανείς να εκλάβουμε ως απόδειξη αθωότητας το «κουκούλωμα» που - κατά τα ειωθότα- ακολούθησε; ). Εξαγορές βουλευτών στην περίοδο της αποστασίας, το 1965.
Ακόμη κι ο ελληνικός κινηματογράφος των middle 60ς κατοχύρωσε ως σήμα κατατεθέν της εποχής τα αρπακτικά του Μαυρογιαλούρου. Τυχαίο; Δεν νομίζουμε...
Πολλοί αδαείς ή υποκριτές θεωρούν πως όλα αυτά τα «κατέστειλε» η ... χρηστή, έντιμη φασιστική δικτατορία. Κούνια πού τους κούναγε...

Απλοϊκότητα, στα όρια του παραλογισμού

Τι αντιπαραθέτει σε όλα αυτά η φιλο- χουντική απλοϊκότητα; Την άγνοια: (;) των δεδομένων και τα εξωφρενικά άλματα στο χρόνο.
Η απλοϊκότητα αυτή ποντάρει ασφαλώς στην 100% δικαιολογημένη κοινωνική οργή, που στρέφεται εναντίον των σημερινών και χθεσινών καθεστωτικών δυνάμεων και κομμάτων. Η ιδέα όμως πως ως «αντίπαλο δέος» στις κυβερνήσεις των τελευταίων ετών, στην τρόικα και το ΔΝΤ, προσφέρεται η οικονομική πολιτική του Παπαδόπουλου και του Μακαρέζου προσεγγίζει τα όρια του παραλογισμού.


Πηγή: Τα παραμύθια Κασιδιάρη–Μιχαλολιάκου για την «οικονομική προκοπή» της χούντας... | iefimerida.gr http://www.iefimerida.gr/node/54544#ixzz2R5uaNYML

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία και η υποκρισία της Χρυσής Αυγής

Στην συνέντευξη που πήρε ο Τράγκας από τους 4 χρυσαυγίτες βουλευτές στην εκπομπή του στον Σκάι την Κυριακή 7.4.2013 υπήρξαν πολλές στιγμές που η Χρυσή Αυγή ξεσκεπάστηκε αλλά και εκτέθηκε ιδεολογικά.  




Ένα χαρακτηριστικό σημείο ήταν η ερώτηση του Τράγκα προς τον Παππά σχετικά με το αν η Χρυσή Αυγή σέβεται το Σύνταγμα και δεν θα καταλύσει το κοινοβούλιο σε περίπτωση που αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας (12:58-13:47): 

Τράγκας: "Θέλω να σας ρωτήσω κάτι: σας κατηγορούνε ότι ήσαστε εκτός συνταγματικού τόξου, ότι είσαστε φασίστες και ότι πρόκειται με τη δράση σας, θέλετε την κατάλυση του ελληνικού κοινοβουλίου, της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Κύριε Παππά, πέστε μου κάτι: το θέλετε αυτό το πράγμα; Τι γνώμη έχετε δηλαδή για το κοινοβούλιο και την κοινοβουλευτική δημοκρατία στην Ελλάδα; Μη ξεχνάτε ότι εκλεγήκατε κι εσείς με την ψήφο Ελλήνων που ψήφισαν Χρυσή Αυγή".
Παππάς: "Μας τίμησαν οι Έλληνες και θέλουμε να τους τιμήσουμε. Βεβαίως και είμαστε μέσα στα συνταγματικά πλαίσια, κινούμεθα μέσα στα συνταγματικά πλαίσια, έχουμε κάνει τη δήλωσή μας στον Άρειο Πάγο ότι δεν προσβλέπουμε στην ανατροπή του πολιτεύματος […] από το 1983 [....]".


Ο "σεβασμός" της Χρυσής Αυγής στο Σύνταγμα και στην Δημοκρατία


Οι ψεύτικες αυτές δηλώσεις συνταγματικής νομιμοφροσύνης και δήθεν σεβασμού της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας από τους χρυσαυγίτες, θυμίζουν πολλά από την ανάλογη φρασεολογία του Χίτλερ και έχουν ως σκοπό να εξαπατήσουν τον αφελή και ανιστόρητο μέσο Έλληνα, ο οποίος αγνοεί βασικά πράγματα για τον φασισμό. Ανάλογη εξαπάτηση του γερμανικού λαού επεχείρησε και πέτυχε το κόμμα του Χίτλερ στην Γερμανία. Γράφει ο Ούβε Τιμ:

"Οι λόγοι που κατά προτίμηση λανσάριζε το NSDAP [1] με την προπαγάνδα του μέχρι το 1933 δεν ήταν η εξολόθρευση των Εβραίων, η τρομοκρατία των στρατοπέδων συγκέντρωσης και ο πόλεμος, αλλά ότι πριν και πάνω απ'όλα πολύ περισσότερο διακήρυσσε ένα κρατιστικό-σοσιαλιστικό οικονομικό και κοινωνικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της ανεργίας, τον παραμερισμό της φτώχειας, με τα οποία οι εθνικοσοσιαλιστές έκαναν αμέσως πάταγο και έτσι μπόρεσαν να πάρουν με το μέρος τους μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού (και επίσης βέβαια, αυτό το οποίο δεν πρέπει να υποτιμηθεί είναι ο από ψυχολογική άποψη συμψηφισμός των πραγματικών ή υποτιθέμενων ταπεινώσεων, τις οποίες είχε προξενήσει στους Γερμανούς η "ειρηνευτική συνθήκη των Βερσαλλιών", μιας που ακόμα δεν μπορούσε να γίνει λόγος για μία μέσω πολέμου "τακτοποίηση").

Ο Ρούντολφ Ρόκερ, ο οποίος μαζί με τον Έριχ Μύζαμ αναμείχθηκε ακόμα και σε δημόσιες συζητήσεις με τους εθνικοσοσιαλιστές, θεωρούσε ορθά, ότι πράγματι το 90% των ψηφοφόρων τoυ NSDAP δεν είχαν ιδέα ούτε για το "Τρίτο Ράιχ" ούτε για την αποκαλούμενη "αποστολή της βόρειας φυλής", και ότι ουσιαστικά αυτοί ήταν απλά και μόνο δυσαρεστημένοι ή απελπισμένοι, οι οποίοι είχαν αποθέσει την τελευταία τους ελπίδα στον Χίτλερ. 




Οι Γερμανοί δεν είχαν επίγνωση του ρατσισμού και του ιμπεριαλισμού των Ναζί, τους οποίους και ψήφισαν, διότι το NSDAP δικαιολογημένα δεν έθεσε αυτούς τους στόχους στο κέντρο της αγκιτάτσιάς του- αλλά αναμφίβολα την οικονομική κρίση που ήταν φανερή σε όλους. Αυτή μπόρεσε ο Χίτλερ να εκμεταλλευτεί, μιας και αυτός δεν ήταν υπεύθυνος γι'αυτή.

Διότι όλα όσα οι Ναζί στηλίτευαν τα χρόνια 1928-1933, ανταποκρίνονταν φυσικά στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Υπήρχε η μαζική εξαθλίωση, υπήρχαν εκατομμύρια άνθρωποι άνεργοι - και τα δημοκρατικά κόμματα, οι αξιωματούχοι πολιτικοί, είτε αυτοί είχαν αστικό, είτε εθνικό είτε σοσιαλδημοκρατικό χρώμα, δεν ήξεραν να μεταδώσουν στον λαό καμιά ελπίδα, καμιά προοπτική. Σε αυτή την περίπτωση το NSDAP αναπλήρωσε το κενό: αυτό παρουσιάστηκε απέναντι στα μέχρι τότε κυβερνώντα κόμματα ως "κοινωνική δύναμη τάξης" με μια ικανότητα για λύση των κοινωνικών προβλημάτων, για την οποία ούτε η αστική κυβέρνηση ούτε το SPD φαίνονταν να είναι ικανά"[2]. 

Η τακτική που ακολουθεί η Χρυσή Αυγή είναι πανομοιότυπη με αυτή του Χίτλερ. Η λύση απέναντι σε αυτή τη διείσδυση της νεοναζιστικής συμμορίας στον αφελή μέσο νεοέλληνα, δεν είναι οι αντιφασιστικές συγκεντρώσεις, ο αποκλεισμός της Χρυσής Αυγής από τα ΜΜΕ και η βία ως απάντηση στη βία της, αλλά η ενημέρωση των όσων έχουν πέσει στα νύχια της Χρυσής Αυγής, η αποδόμηση του φασιστικού λόγου και η προσπάθεια ανάδειξης του μαύρου σκοταδιού και της ανελευθερίας που φέρνει στην πραγματικότητα αυτή η συμμορία[3]. 


_____________________
[1] Το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (γερμ. Nationalsozialistische Deutsche Arbeit-erpartei), γνωστότερο ως NSDAPΝαζιστικό ΚόμμαΕθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα των Γερμανών Εργατών ή απλά Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, είναι το πολιτικό κόμμα που οδηγήθηκε στην εξουσία της Γερμανίας με την καθοδήγηση του Αδόλφου Χίτλερ το 1933. Ο όρος Ναζί είναι μια συντόμευση των γερμανικών λέξεων (NA)tionalso(ZI)alismus (Εθνικοσοσιαλισμός)- η ιδεολογία του NSDAP (wikipedia).
[2] Ούβε Τιμ, Τι είναι πραγματικά φασισμός; εκδ.τροπή 2003, μετάφραση Γιάννης Καραπαπάς, σσ.44-5.
[3] "Η απαγόρευση του Mein Kampf στη Γερμανία δεν εμπόδισε τις ομάδες των νεοναζί να αυξάνουνε ολοένα, ένα συντεταγμένο κόμμα να αρνηθεί το Άουσβιτς και ολόκληρους πολιτικούς σχηματισμούς εξουσίας (Χριστιανοδημοκράτες του Στόιμπερ) να στοιχίζονται σχεδόν απροκάλυπτα πίσω από ξενοφοβικές και ρατσιστικές επιλογές. Και συμφωνώ απόλυτα με τη θέση που από χρόνια έχει διατυπώσει ο Γκίντερ Γκρας: το Mein Kampf πρέπει να κυκλοφορεί ελεύθερα και στη Γερμανία, καθώς η επόμενη Νύχτα των Κρυστάλλων και το επόμενο Άουσβιτς θα αποτραπούν εγκαιρότερα εάν γνωρίζουμε μέσα από ποια επιχειρηματολογία γεννήθηκαν, και όχι αν την εξορίσουμε σε μια μακρινή περιφραγμένη no mans land που κανένας δεν πλησιάζει. Η προληπτική απαγόρευση του φασιστικού λόγου όχι μόνο δεν τον ακυρώνει, αλλά τον δικαιώνει στα μάτια των εκφραστών του, καθώς τον καθιστά «διωκόμενο» άρα και προνομιακό πόλο ενός ιδεολογικού πολέμου και μοιραία του προσδίδει την ηρωική νομιμοποίηση της «αντίστασης». Αν διαβάσει κανείς προσεκτικά τον Ίαν Κέρσοου, θα δει πως η δεκάμηνη φυλάκιση του Χίτλερ στο Λάντσμπεργκερ όχι μόνο δεν ανέκοψε την πορεία του προς την καγγελαρία, αλλά τον μετέβαλε από έναν γραφικό εξτρεμιστή σε πόλο επανασύστασης της «χαμένης γερμανικής ισχύος». Είναι τουλάχιστον ανορθολογικό να πιστεύουμε πως ο φασισμός, ο ρατσισμός και το μίσος του άλλου αντιμετωπίζεται στον πυρήνα τους με απαγορεύσεις, όταν εκτρέφονται από ηθικά συστήματα που δομούνται πάνω στην έννοια της απαγόρευσης" (Θανάσης Τριαρίδης,  το δικαίωμα του να είσαι φασίστας).  

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

"Η Ελλάδα της λήθης και της α-λήθειας" (μέρος 3ο)


There is no alternative (TINA)



«Ξεχάστε εκείνα που ξέρατε, ανασκουμπωθείτε, εργαστείτε σκληρά, μη διεκδικείτε τίποτε, σοβαρευτείτε, πειθαρχήστε, υποταχθείτε, αποκηρύξτε εκείνα στα οποία έχετε είχατε κάποτε πιστέψει και, κυρίως, μετανοήστε για αυτό που έχετε κάποτε υπάρξει». Όπως θα μπορούσε να έχει πει ο Πιραντέλλο, είστε και πρέπει να είστε εκείνοι που σας λέμε πως είστε, επειδή έτσι μας αρέσει.
Εδώ ακριβώς εντοπίζονται τα άρρητα ιδεολογικά συμπαραδηλούμενα του συνδρόμου ΤΙΝΑ (There Is No Alternative). Δίχως να το λέει ρητά, η απόφανση ότι «δεν υπάρχουν άλλες υπαλλακτικές λύσεις» υπαινίσσεται επίσης ότι «δεν επιτρέπεται να υπάρξει άλλος υπαλλακτικός λόγος».  Με αυτή την έννοια, η «διαρκής κατάσταση ανάγκης» δεν αναφέρεται μόνο στις πολιτικές αποφάσεις και τα «πράγματα», αλλά επεκτείνεται και στις ιδέες, στις λέξεις και στον ίδιο τον λόγο. Δεν πρόκειται για μια «απλή» κατάσταση πολιτικής ανάγκης η οποία επικαθορίζεται από τις έκτακτες «περιστάσεις» που κάποτε ίσως θα περάσουν, αλλά για μία πολύ θεμελιακότερη και διαρκέστερη κατάσταση «λογικής ανάγκης» η οποία εντείνεται σε άπειρο χρόνο και η οποία, σε τελική ανάλυση, δεν είναι τίποτε άλλο από μια κατάσταση διαρκούς θεολογικής ανάγκης που κηρύσσεται από άμβωνος. Μπροστά στο χάος, μόνο ο ένας και μοναδικός αληθινός Θεός μπορεί να ξέρει, να προβλέπει, να ομιλεί, να εντέλλεται, άρα και να ανταμείβει και να τιμωρεί.
Αυτή άλλωστε είναι η πεμπτουσία όλων των μονοθεϊσμών που, όπως επισήμαινε ο Φρόυντ, οδήγησαν τελικώς στις θρησκευτικές και ιδεολογικές αδιαλλαξίες και στις δογματικές βεβαιότητες που έλειπαν χαρακτηριστικά από την κλασσική πολυθεϊστική ή ακόμα περισσότερο από την αναδυόμενη «αγνωστικιστική» αρχαιότητα. Και οι μονοθεϊσμοί οριοθετούν τις δικές τους κλειστές μεθόδους. Πράγματι, η ανάγκη να αναπαράγεται πιστά και με ακρίβεια η μία και μοναδική αλήθεια τείνει πάντα να υπηρετείται από ειδικά και συχνά «θεσπισμένα σώματα», που επιφορτίζονται με την αποκλειστική αρμοδιότητα να καλλιεργούν μονοπωλιακά και από καθέδρας έναν επίσημο και αυτονόητο λόγο.

Παντού οι βεβαιότητες δίνουν τη θέση τους σε έρπουσες ανασφάλειες, όπως και παντού φαίνεται να καταρρέει το εσωτερικευμένο όραμα της συνεχούς προόδου και να χάνει την αξιοπιστία του ο επιμελώς καλλιεργημένος μύθος της μακροπρόθεσμα νομοτελειακής διήθησης του αυξανόμενου κοινωνικού πλούτου «προς τα κάτω» (το λεγόμενο trickle down effect) ενός μύθου που, δεν πρέπει να το ξεχνάμε, συνέβαλε αποφασιστικά στην ευρύτερη νομιμοποίηση των φιλελεύθερων ανταπτυξιακών σχεδίων. Βαθμιαία αλλά σταθερά, η παραδοχή ότι η τρέχουσα κοινωνική δυναμική συνιστά «παίγνιο θετικού αθροίσματος», στο πλαίσιο του οποίου, εν δυνάμει τουλάχιστον, όλοι οι κοινωνοί μπορεί να ελπίσουν πως, «κάποτε», θα είναι δυνατόν, έστω υπό προϋποθέσεις, να ωφεληθούν και οι ίδιοι, ή τουλάχιστον τα παιδιά τους, παύει να είναι γενικά πιστευτή. Υπό τις νέες συνθήκες λοιπόν, φαίνεται να αντιστρέφεται η αφετηρία των αναπαραστάσεων που θεμελιώνουν την νομιμοποίηση. Όλο και περισσότερο θεωρείται πιθανό, ή ίσως και αυτονόητο, πως ακόμα και αν μπορεί ίσως να υπάρξει κάποια «πρόοδος», η πρόοδος αυτή θα αφορά πρωτίστως ή αποκλειστικά τους λίγους και μόνο    (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η Ελλάδα της λήθης και της αλήθειας, Αθήνα 2013 (β'έκδ.),σσ.188-95)


"Η Ελλάδα της λήθης και της α-λήθειας" (μέρος 2ο)


"Η αδυσώπητη δυναμική του ύστερου καπιταλισμού έχει οδηγήσει ευρύτατες μάζες ανθρώπων στην απόλυτη ανέχεια.
Δεν είναι λοιπόν υπερβολή να σκεφτούμε πως η σημερινή κατάσταση παρουσιάζει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με την εποχή των «περιφράξεων» του 18ου αιώνα, που είχαν οδηγήσει στην εμφάνιση του ανέστιου βρετανικού προλεταριάτου.
Τότε, όπως και  τώρα, οι εξουσίες επινόησαν και επέβαλαν νέους κανόνες οριοθέτησης εργασιακών και επιβιοτικών προοπτικών που έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με όλες τις παραδοσιακές οικείες μορφές. Τότε, όπως και τώρα, μία μεγάλη μερίδα του πληθυσμού στερήθηκε ξαφνικά και με πρωτοφανή βιαιότητα από τις παραδοσιακές διαδικασίες της κοινωνικής του ενσωμάτωσης, οδηγήθηκε στην άμεση ανέχεια και αβεβαιότητα και εξαναγκάστηκε να αναζητήσει νέες και ολοένα πιο αμφίβολες επιβιοτικές διεξόδους.
Πράγματι, στο πλαίσιο ανεπτυγμένων και στοιχειωδώς ευημερουσών κοινωνιών που έχουν συνηθίσει να ζουν και να κινητοποιούνται μέσω και διά της ιδέας της γενικής κοινωνικής προόδου, οι έμμονες μορφές κοινωνικής αθλιότητας και δυστυχίας πρέπει στο εξής να είναι δυνατόν να εξηγούνται και να εκλογικεύονται, αν όχι πάντα ως ωφέλιμες και αναγκαίες, τουλάχιστον ως «συστημικά» αναπόφευκτες.
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ο κυρίαρχος λόγος τείνει πλέον να προτάσσει πως, υπό τις τρέχουσες «έκτακτες» συνθήκες τουλάχιστον –και προφανώς το ζήτημα του πότε συντρέχουν τέτοιες έκτακτες συνθήκες δεν μπορεί παρά να αποφασίζεται από εκείνους που κρατάν ταυτόχρονα και το μαχαίρι και το καρπούζι-, η ανεργία πρέπει «αλίμονο» να καλπάζει, το επίπεδο διαβίωσης των εργαζομένων πρέπει «αλίμονο» να καταρρέει και ορισμένοι άνθρωποι πρέπει «αλίμονο» να συνεχίζουν να δυστυχούν. Και αυτό συμβαίνει επειδή στα πλαίσια του ορθολογικά δομημένου δημοκρατικού συστήματος οποιεσδήποτε άλλες επιλογές θα ήταν «εξ αντικειμένου» ακόμα πιο βλαπτικές, αφού θα υπονόμευαν την ανταγωνιστικότητα και τη μακρόπνοη ανάκαμψη, άρα και τη μυθική έστω μελλοντική γενική ευημερία.

Ο σημερινός εφιάλτης δεν μπορεί να ερμηνεύεται, να δικαιώνεται και να μεθοδεύεται αλλιώς, παρά στο όνομα ενός «άλλου» ακόμα πιο απαράδεκτου και χειρότερου εφιάλτη, που όμως μπορεί ίσως ευτυχώς να αποφευχθεί In extremis. Αρκεί βέβαια όλοι να σπεύσουν να αντλήσουν τα προσήκοντα διδάγματα από την «κατάσταση ανάγκης» που μας περιβάλλει.
Παρότι ελάχιστα πειστικό, το έσχατο αυτό ιστορικό επιχείρημα της απανταχού συντήρησης συνοψίζεται λοιπόν στη συστημική επίκληση μιας επερχόμενης καταστροφής που ορίζεται με όρους σύγκρισης εκείνου που υπάρχει με εκείνο, το ακόμα φρικτότερο, που επαπειλείται.
Έτσι όμως, ανεπαίσθητα ίσως, αλλά εσκεμμένα και συστηματικά, επιτελείται μία πρόσθετη ιδεολογική αναστροφή.
Στη θέση του «θετικού» προτάγματος του «παραδείσου» της γενικής προόδου εισέρχεται το οικουμενικά εκφοβιστικό και «αρνητικό» φάντασμα της «κόλασης» της ολοκληρωτικής κατάρρευσης.
Μιας κατάρρευσης που δεν είναι δυνατόν να αποφευχθεί αλλιώς, παρά μόνο αν εις πείσμα της δημοκρατίας «όλοι» θα υποταχθούν αγόγγυστα στην ορθολογική αγοραία μοίρα τους.
Όλα φαίνεται να συμβαίνουν ως εάν στις μέρες μας ο καπιταλισμός δεν μπορεί πλέον να αναπαραχθεί αλλιώς, παρά στο όνομα του εφιάλτη που θα συνοδεύσει την ενδεχόμενη ανατροπή ή μεταρρύθμισή του.
Δεν είναι όμως και τυχαίο ότι οι κατασκευές αυτές αναβιώνουν σήμερα, όποτε, ελλείψει άλλων νομιμοποιητικών επιχειρηματολογιών, η διαιώνιση του συστήματος θεμελιώνεται πλέον παντού στη διάχυση ενός καθαρά τρομοκρατικού πολιτικού λόγου"  (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η Ελλάδα της λήθης και της αλήθειας, Αθήνα 2013 (β'έκδ.),σσ.204-6). 

"Η Ελλάδα της λήθης και της α-λήθειας" (μέρος 1ο)



«Η φαντασιακή ελληνική μοναδικότητα προέκυψε έξω από τη χώρα και ως νοηματικό προϊόν των ευρύτερων συμβολικών συνηχήσεων μίας οικουμενικής, ιερής και φετιχοποιημένης «ονοματοθεσίας». Οι νέοι Έλληνες εμφανίστηκαν ως ιστορικά μοναδικοί επειδή η φαντασιακή αποκρυστάλλωση της «ελληνικής ιδέας» επιτελέστηκε έξω από την Ελλάδα και όχι από τους ίδιους τους Έλληνες. Η ιδέα της νεότερης Ελλάδας προέκυψε ως ετεροπροσδιορισμένη, ετερόχθονη και ετεροθαλής. Αναζητώντας τις δικές τους ιστορικές ρίζες και καταβολές και υπακούοντας στις δικές τους ιδεολογικές σκοπιμότητες, οι ανερχόμενοι Ευρωπαίοι ήταν εκείνοι που είχαν ανασύρει την αρχαία Ελλάδα από την ιστορική λήθη. Και δεν είναι τυχαίο ότι, σε πρώτη τουλάχιστον φάση, για πολλούς από τους ορθόδοξους «Ρωμιούς» που κλήθηκαν να υποδυθούν τους οικουμενικούς «Έλληνες», η φετιχοποιημένη αναφορά στην κληρονομιά του αρχαίου κλέους έμοιαζε ανοίκεια, ίσως και ακατανόητη. Ως όψιμοι και αμήχανοι κληρονόμοι μιας οικουμενικής ιδέας, οι Έλληνες κλήθηκαν να στρατευθούν συλλογικά σε ένα ιδεολογικό πρόταγμα που, στην αρχή τουλάχιστον, έμοιαζε από πολλές πλευρές να τους ξεπερνάει. Ήδη από τον 17ο αιώνα, δίχως να το γνωρίζουν ή να το επιδιώκουν, οι αρχαιολάτρες Ευρωπαίοι υπήρξαν οι ακούσιοι «ανάδοχοι» του νέου ιδεατού έθνους που έμελλε αργότερα να δημιουργηθεί στις άγνωστες ακόμα παρυφές του κόσμου τους. Συμβάλλοντας στη γέννηση και, αργότερα, στην επιβίωση, στην ενίσχυση και στην «ανατροφή» του, λειτούργησαν έτσι ως αυτοσχέδιοι, ιστορικοί μαιευτήρες. Οι «διαφωτιστές» ιστοριογράφοι, φιλόλογοι και φιλόσοφοι είχαν ήδη ανασκάψει και προλειάνει το έδαφος πάνω στο οποίο θα φύτρωνε η νέα «πραγματική» Ελλάδα. Και επάνω ακριβώς σε αυτό το εύφορο έδαφος αναπτύχθηκε το πανευρωπαϊκό «φιλελληνικό» κίνημα, που συνέβαλε αποφασιστικά στη διπλωματική, στρατιωτική και οικονομική στήριξη του αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι, για πρώτη φορά στην ιστορία, ένα εθνικό «απελευθερωτικό κίνημα» θα αναγνωριστεί ρητά από τις συντηρητικές ευρωπαϊκές δυνάμεις. Αυτό και μόνο τεκμηριώνει την οικουμενική εμβέλεια του περί Ελλάδος λόγου. Η ναυμαχία του Ναυαρίνου επισφράγισε συμβολικά μια ήδη προαλειφόμενη ιδεολογική εξέλιξη. Η επιρροή της ρομαντικής ελληνολατρικής ευρωπαϊκής γνώμης υπήρξε καταλυτική. Γίνονταν πια δεκτό ότι, έστω για λόγους συμβολικούς, η «αιώνια» Ελλάδα έπρεπε να υπάρξει εκ νέου.
Κατ’ανάγκην, η ιστορική αυτογνωσία των νέων Ελλήνων οικοδομήθηκε στη βάση της αξιωματικής, ονομαστικής, φυλετικής, συμβολικής και ουσιολογικής «συνέχειας» ανάμεσα στους εξιδανικευμένους προπάτορες και σε εκείνους που τους διαδέχτηκαν στον ίδιο τόπο. Ως «περιούσιος» λαός, οι Έλληνες δεν μπορούσαν φυσικά να εμφανίζονται σαν όλους τους άλλους. Οι απαράμιλλες περγαμηνές της μοναδικής ευγενούς καταγωγής προδίκασαν την εμφάνιση φυλετικών, ή, ίσως, και «αυτιστικών» μορφών συλλογικής αυτογνωσίας. Δεν είναι τυχαίο ότι καθ’όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ο εθνικός λόγος των Ελλήνων εμπεριείχε την ιδέα της εγγενούς και αναπαλλοτρίωτης πολιτιστικής ανωτερότητας σε σύγκριση με την άπιστη, «βάρβαρη» και υπανάπτυκτη μουσουλμανική Πρόσω Ανατολή. Και το ίδιο ισχύει σε ό,τι αφορά την «προφανή» συμβολική υπεροχή της αιώνιας και καταξιωμένης ελληνικής γλώσσας, και των επί της γης χρηστών της, σε αντιδιαστολή με τους κατά τεκμήριο πληβείους σλαβόφωνους Βαλκάνιους. Υπό τις συνθήκες αυτές λοιπόν, η προσγείωση του ονειρικού έθνους στην πραγματικότητα ήταν συχνά ανώμαλη και προσωρινή. Ακόμα και όταν διαψεύδονταν από τα πράγματα, η ιδέα της αιώνιας Ελλάδας «όφειλε» να επαρκεί για την ιστορική της επιβίωση και καταξίωση. Έτσι όμως, το νέο έθνος βρέθηκε άθελά του εμπλεγμένο σε ένα άλυτο double bind. Από τη μια μεριά οι αποδέκτες του συμβολικού δώρου εξωθούνταν ψυχαναγκαστικά να αναδειχτούν πολιτιστικά «άξιοι» των τέλειων μυθικών προγόνων τους. Από την άλλη όμως, αποκλειστικά αρμόδιοι να ορίσουν τους κανονισμούς του εξουσιαστικού «παιγνίου» της πολιτιστικής σύγκρισης και ιεράρχησης ανάμεσα σε λαούς και πολιτισμούς παρέμεναν οι κυρίαρχοι ονοματοθέτες.
Από τη στιγμή που οι μνήμες του ιδεατού και απρόσιτου προτύπου όφειλαν να εμφανιστούν ως εναρμονίσιμες με την περιρρέουσα ιστορική πραγματικότητα, η εσωτερική ένταση ανάμεσα στο ιδεατό δέον και το πνιγηρό παρόν εμφανιζόταν μόνιμη και άλυτη. Πράγματι, η υπανάπτυκτη και φτωχή Ελλάδα δεν μπορούσε να ταυτιστεί ούτε με τον «προηγμένο» κόσμο της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης που εμφανιζόταν ως τοποτηρητής των κλασσικών ιδεωδών, ούτε όμως και με τους άμεσους γείτονές της, σε σχέση με τους οποίους ένιωθαν διαφορετικοί και κατά τεκμήριο εγγενώς «ανώτεροι». Αντιμέτωποι με έναν καθρέφτη που τους εξωράιζε αλλά και τους απωθούσε, τους ενσωμάτωνε αλλά και τους αποξένωνε, οι Έλληνες παρουσίαζαν τα τυπικά συμπτώματα μιας επίμονης ιστορικής «ναρκισσιστικής διαταραχής». Δεν είναι τυχαίο ότι σε καμία άλλη χώρα η συνύπαρξη του επείσακτου ρομαντισμού και του επίσης επείσακτου ρεαλισμού δεν υπήρξε τόσο δυσανεκτική.
Ως κατ’επιταγήν και κατ’ανάγκην «ανάδελφοι», οι Έλληνες βρέθηκαν λοιπόν στερημένοι από οποιοδήποτε ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο. Παρόλο που ένιωθαν ότι πρέπει να αυτοδιαφοροποιούνται από την υπανάπτυκτη, απολίτιστη «καθ’ημάς» Ανατολή, δεν ήταν δυνατόν εν τούτοις να μετέχουν ipso facto στην πολιτισμένη και ανεπτυγμένη Δύση. Έτσι, η ανάδελφη χώρα παρέμενε νοηματικά έωλη και ακατάτακτη. Δεν φαινόταν να μπορεί να μετέχει αυτοδικαίως σε καμία γεωπολιτική ή γεωπολιτιστική οικογένεια. Ήταν λοιπόν υποχρεωμένη να αναζητά εκ του μηδενός όχι μόνο τις συμμαχίες της, αλλά και τις ιδεολογικές της ταυτίσεις και τις εκλεκτικές της συγγένειες. Με αυτή την έννοια, η χαρακτηριστικά ιδιαίτερη νεοελληνική πολιτιστική αλλά και πολιτική δυσανεξία συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με μια έρπουσα και επίμονη ταξινομητική αμηχανία.
Σε καμία άλλη χώρα τα πολιτιστικά, πολιτικά και φαντασιακά διλήμματα δεν φαίνεται να υπήρξαν τόσο διαρκή και επαναλαμβανόμενα. Ακόμα και σήμερα, ερωτήματα χωρίς κανένα ουσιαστικό αντικείμενο, όπως «που ανήκουμε» (στη «Δύση»; στην «Ανατολή»;, «πουθενά;», «εις τους Έλληνες;», ή «εις την ιστορίαν μας;») εξακολουθούν να ταλανίζουν το συλλογικό συνειδητό. Ακόμα μια φορά, οι έμμεσες προεκτάσεις της ευρωπαϊκής ονοματοθεσίας υπήρξαν καταλυτικές. Έχοντας υπάρξει ταυτόχρονα θύματα, οι αναγκαίοι συνεργοί και οι πρόθυμοι διαμεσολαβητές ενός κακοχωνεμένου ελληνοκεντρικού «οριενταλισμού», οι Έλληνες δεν κατόρθωσαν ποτέ να αντισταθούν στην ακαταμάχητη έλξη ενός εξωραϊστικού, αλλά ταυτόχρονα παραμορφωτικού και μνησίκακου καθρέφτη. Η πρόκληση μιας άσκοπης ενδοσκόπησης κατέπνιγε όλες τις ψύχραιμες και αποστασιοποιημένες προσεγγίσεις της ελληνικής εθνικής εξέλιξης» (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η Ελλάδα της λήθης και της αλήθειας, Αθήνα 2013 (β'έκδ.), σσ.34-41).