Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

"Η Ελλάδα της λήθης και της α-λήθειας" (μέρος 1ο)



«Η φαντασιακή ελληνική μοναδικότητα προέκυψε έξω από τη χώρα και ως νοηματικό προϊόν των ευρύτερων συμβολικών συνηχήσεων μίας οικουμενικής, ιερής και φετιχοποιημένης «ονοματοθεσίας». Οι νέοι Έλληνες εμφανίστηκαν ως ιστορικά μοναδικοί επειδή η φαντασιακή αποκρυστάλλωση της «ελληνικής ιδέας» επιτελέστηκε έξω από την Ελλάδα και όχι από τους ίδιους τους Έλληνες. Η ιδέα της νεότερης Ελλάδας προέκυψε ως ετεροπροσδιορισμένη, ετερόχθονη και ετεροθαλής. Αναζητώντας τις δικές τους ιστορικές ρίζες και καταβολές και υπακούοντας στις δικές τους ιδεολογικές σκοπιμότητες, οι ανερχόμενοι Ευρωπαίοι ήταν εκείνοι που είχαν ανασύρει την αρχαία Ελλάδα από την ιστορική λήθη. Και δεν είναι τυχαίο ότι, σε πρώτη τουλάχιστον φάση, για πολλούς από τους ορθόδοξους «Ρωμιούς» που κλήθηκαν να υποδυθούν τους οικουμενικούς «Έλληνες», η φετιχοποιημένη αναφορά στην κληρονομιά του αρχαίου κλέους έμοιαζε ανοίκεια, ίσως και ακατανόητη. Ως όψιμοι και αμήχανοι κληρονόμοι μιας οικουμενικής ιδέας, οι Έλληνες κλήθηκαν να στρατευθούν συλλογικά σε ένα ιδεολογικό πρόταγμα που, στην αρχή τουλάχιστον, έμοιαζε από πολλές πλευρές να τους ξεπερνάει. Ήδη από τον 17ο αιώνα, δίχως να το γνωρίζουν ή να το επιδιώκουν, οι αρχαιολάτρες Ευρωπαίοι υπήρξαν οι ακούσιοι «ανάδοχοι» του νέου ιδεατού έθνους που έμελλε αργότερα να δημιουργηθεί στις άγνωστες ακόμα παρυφές του κόσμου τους. Συμβάλλοντας στη γέννηση και, αργότερα, στην επιβίωση, στην ενίσχυση και στην «ανατροφή» του, λειτούργησαν έτσι ως αυτοσχέδιοι, ιστορικοί μαιευτήρες. Οι «διαφωτιστές» ιστοριογράφοι, φιλόλογοι και φιλόσοφοι είχαν ήδη ανασκάψει και προλειάνει το έδαφος πάνω στο οποίο θα φύτρωνε η νέα «πραγματική» Ελλάδα. Και επάνω ακριβώς σε αυτό το εύφορο έδαφος αναπτύχθηκε το πανευρωπαϊκό «φιλελληνικό» κίνημα, που συνέβαλε αποφασιστικά στη διπλωματική, στρατιωτική και οικονομική στήριξη του αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι, για πρώτη φορά στην ιστορία, ένα εθνικό «απελευθερωτικό κίνημα» θα αναγνωριστεί ρητά από τις συντηρητικές ευρωπαϊκές δυνάμεις. Αυτό και μόνο τεκμηριώνει την οικουμενική εμβέλεια του περί Ελλάδος λόγου. Η ναυμαχία του Ναυαρίνου επισφράγισε συμβολικά μια ήδη προαλειφόμενη ιδεολογική εξέλιξη. Η επιρροή της ρομαντικής ελληνολατρικής ευρωπαϊκής γνώμης υπήρξε καταλυτική. Γίνονταν πια δεκτό ότι, έστω για λόγους συμβολικούς, η «αιώνια» Ελλάδα έπρεπε να υπάρξει εκ νέου.
Κατ’ανάγκην, η ιστορική αυτογνωσία των νέων Ελλήνων οικοδομήθηκε στη βάση της αξιωματικής, ονομαστικής, φυλετικής, συμβολικής και ουσιολογικής «συνέχειας» ανάμεσα στους εξιδανικευμένους προπάτορες και σε εκείνους που τους διαδέχτηκαν στον ίδιο τόπο. Ως «περιούσιος» λαός, οι Έλληνες δεν μπορούσαν φυσικά να εμφανίζονται σαν όλους τους άλλους. Οι απαράμιλλες περγαμηνές της μοναδικής ευγενούς καταγωγής προδίκασαν την εμφάνιση φυλετικών, ή, ίσως, και «αυτιστικών» μορφών συλλογικής αυτογνωσίας. Δεν είναι τυχαίο ότι καθ’όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ο εθνικός λόγος των Ελλήνων εμπεριείχε την ιδέα της εγγενούς και αναπαλλοτρίωτης πολιτιστικής ανωτερότητας σε σύγκριση με την άπιστη, «βάρβαρη» και υπανάπτυκτη μουσουλμανική Πρόσω Ανατολή. Και το ίδιο ισχύει σε ό,τι αφορά την «προφανή» συμβολική υπεροχή της αιώνιας και καταξιωμένης ελληνικής γλώσσας, και των επί της γης χρηστών της, σε αντιδιαστολή με τους κατά τεκμήριο πληβείους σλαβόφωνους Βαλκάνιους. Υπό τις συνθήκες αυτές λοιπόν, η προσγείωση του ονειρικού έθνους στην πραγματικότητα ήταν συχνά ανώμαλη και προσωρινή. Ακόμα και όταν διαψεύδονταν από τα πράγματα, η ιδέα της αιώνιας Ελλάδας «όφειλε» να επαρκεί για την ιστορική της επιβίωση και καταξίωση. Έτσι όμως, το νέο έθνος βρέθηκε άθελά του εμπλεγμένο σε ένα άλυτο double bind. Από τη μια μεριά οι αποδέκτες του συμβολικού δώρου εξωθούνταν ψυχαναγκαστικά να αναδειχτούν πολιτιστικά «άξιοι» των τέλειων μυθικών προγόνων τους. Από την άλλη όμως, αποκλειστικά αρμόδιοι να ορίσουν τους κανονισμούς του εξουσιαστικού «παιγνίου» της πολιτιστικής σύγκρισης και ιεράρχησης ανάμεσα σε λαούς και πολιτισμούς παρέμεναν οι κυρίαρχοι ονοματοθέτες.
Από τη στιγμή που οι μνήμες του ιδεατού και απρόσιτου προτύπου όφειλαν να εμφανιστούν ως εναρμονίσιμες με την περιρρέουσα ιστορική πραγματικότητα, η εσωτερική ένταση ανάμεσα στο ιδεατό δέον και το πνιγηρό παρόν εμφανιζόταν μόνιμη και άλυτη. Πράγματι, η υπανάπτυκτη και φτωχή Ελλάδα δεν μπορούσε να ταυτιστεί ούτε με τον «προηγμένο» κόσμο της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης που εμφανιζόταν ως τοποτηρητής των κλασσικών ιδεωδών, ούτε όμως και με τους άμεσους γείτονές της, σε σχέση με τους οποίους ένιωθαν διαφορετικοί και κατά τεκμήριο εγγενώς «ανώτεροι». Αντιμέτωποι με έναν καθρέφτη που τους εξωράιζε αλλά και τους απωθούσε, τους ενσωμάτωνε αλλά και τους αποξένωνε, οι Έλληνες παρουσίαζαν τα τυπικά συμπτώματα μιας επίμονης ιστορικής «ναρκισσιστικής διαταραχής». Δεν είναι τυχαίο ότι σε καμία άλλη χώρα η συνύπαρξη του επείσακτου ρομαντισμού και του επίσης επείσακτου ρεαλισμού δεν υπήρξε τόσο δυσανεκτική.
Ως κατ’επιταγήν και κατ’ανάγκην «ανάδελφοι», οι Έλληνες βρέθηκαν λοιπόν στερημένοι από οποιοδήποτε ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο. Παρόλο που ένιωθαν ότι πρέπει να αυτοδιαφοροποιούνται από την υπανάπτυκτη, απολίτιστη «καθ’ημάς» Ανατολή, δεν ήταν δυνατόν εν τούτοις να μετέχουν ipso facto στην πολιτισμένη και ανεπτυγμένη Δύση. Έτσι, η ανάδελφη χώρα παρέμενε νοηματικά έωλη και ακατάτακτη. Δεν φαινόταν να μπορεί να μετέχει αυτοδικαίως σε καμία γεωπολιτική ή γεωπολιτιστική οικογένεια. Ήταν λοιπόν υποχρεωμένη να αναζητά εκ του μηδενός όχι μόνο τις συμμαχίες της, αλλά και τις ιδεολογικές της ταυτίσεις και τις εκλεκτικές της συγγένειες. Με αυτή την έννοια, η χαρακτηριστικά ιδιαίτερη νεοελληνική πολιτιστική αλλά και πολιτική δυσανεξία συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με μια έρπουσα και επίμονη ταξινομητική αμηχανία.
Σε καμία άλλη χώρα τα πολιτιστικά, πολιτικά και φαντασιακά διλήμματα δεν φαίνεται να υπήρξαν τόσο διαρκή και επαναλαμβανόμενα. Ακόμα και σήμερα, ερωτήματα χωρίς κανένα ουσιαστικό αντικείμενο, όπως «που ανήκουμε» (στη «Δύση»; στην «Ανατολή»;, «πουθενά;», «εις τους Έλληνες;», ή «εις την ιστορίαν μας;») εξακολουθούν να ταλανίζουν το συλλογικό συνειδητό. Ακόμα μια φορά, οι έμμεσες προεκτάσεις της ευρωπαϊκής ονοματοθεσίας υπήρξαν καταλυτικές. Έχοντας υπάρξει ταυτόχρονα θύματα, οι αναγκαίοι συνεργοί και οι πρόθυμοι διαμεσολαβητές ενός κακοχωνεμένου ελληνοκεντρικού «οριενταλισμού», οι Έλληνες δεν κατόρθωσαν ποτέ να αντισταθούν στην ακαταμάχητη έλξη ενός εξωραϊστικού, αλλά ταυτόχρονα παραμορφωτικού και μνησίκακου καθρέφτη. Η πρόκληση μιας άσκοπης ενδοσκόπησης κατέπνιγε όλες τις ψύχραιμες και αποστασιοποιημένες προσεγγίσεις της ελληνικής εθνικής εξέλιξης» (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η Ελλάδα της λήθης και της αλήθειας, Αθήνα 2013 (β'έκδ.), σσ.34-41).
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου