Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

"Η Ελλάδα της λήθης και της α-λήθειας" (μέρος 2ο)


"Η αδυσώπητη δυναμική του ύστερου καπιταλισμού έχει οδηγήσει ευρύτατες μάζες ανθρώπων στην απόλυτη ανέχεια.
Δεν είναι λοιπόν υπερβολή να σκεφτούμε πως η σημερινή κατάσταση παρουσιάζει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με την εποχή των «περιφράξεων» του 18ου αιώνα, που είχαν οδηγήσει στην εμφάνιση του ανέστιου βρετανικού προλεταριάτου.
Τότε, όπως και  τώρα, οι εξουσίες επινόησαν και επέβαλαν νέους κανόνες οριοθέτησης εργασιακών και επιβιοτικών προοπτικών που έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με όλες τις παραδοσιακές οικείες μορφές. Τότε, όπως και τώρα, μία μεγάλη μερίδα του πληθυσμού στερήθηκε ξαφνικά και με πρωτοφανή βιαιότητα από τις παραδοσιακές διαδικασίες της κοινωνικής του ενσωμάτωσης, οδηγήθηκε στην άμεση ανέχεια και αβεβαιότητα και εξαναγκάστηκε να αναζητήσει νέες και ολοένα πιο αμφίβολες επιβιοτικές διεξόδους.
Πράγματι, στο πλαίσιο ανεπτυγμένων και στοιχειωδώς ευημερουσών κοινωνιών που έχουν συνηθίσει να ζουν και να κινητοποιούνται μέσω και διά της ιδέας της γενικής κοινωνικής προόδου, οι έμμονες μορφές κοινωνικής αθλιότητας και δυστυχίας πρέπει στο εξής να είναι δυνατόν να εξηγούνται και να εκλογικεύονται, αν όχι πάντα ως ωφέλιμες και αναγκαίες, τουλάχιστον ως «συστημικά» αναπόφευκτες.
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ο κυρίαρχος λόγος τείνει πλέον να προτάσσει πως, υπό τις τρέχουσες «έκτακτες» συνθήκες τουλάχιστον –και προφανώς το ζήτημα του πότε συντρέχουν τέτοιες έκτακτες συνθήκες δεν μπορεί παρά να αποφασίζεται από εκείνους που κρατάν ταυτόχρονα και το μαχαίρι και το καρπούζι-, η ανεργία πρέπει «αλίμονο» να καλπάζει, το επίπεδο διαβίωσης των εργαζομένων πρέπει «αλίμονο» να καταρρέει και ορισμένοι άνθρωποι πρέπει «αλίμονο» να συνεχίζουν να δυστυχούν. Και αυτό συμβαίνει επειδή στα πλαίσια του ορθολογικά δομημένου δημοκρατικού συστήματος οποιεσδήποτε άλλες επιλογές θα ήταν «εξ αντικειμένου» ακόμα πιο βλαπτικές, αφού θα υπονόμευαν την ανταγωνιστικότητα και τη μακρόπνοη ανάκαμψη, άρα και τη μυθική έστω μελλοντική γενική ευημερία.

Ο σημερινός εφιάλτης δεν μπορεί να ερμηνεύεται, να δικαιώνεται και να μεθοδεύεται αλλιώς, παρά στο όνομα ενός «άλλου» ακόμα πιο απαράδεκτου και χειρότερου εφιάλτη, που όμως μπορεί ίσως ευτυχώς να αποφευχθεί In extremis. Αρκεί βέβαια όλοι να σπεύσουν να αντλήσουν τα προσήκοντα διδάγματα από την «κατάσταση ανάγκης» που μας περιβάλλει.
Παρότι ελάχιστα πειστικό, το έσχατο αυτό ιστορικό επιχείρημα της απανταχού συντήρησης συνοψίζεται λοιπόν στη συστημική επίκληση μιας επερχόμενης καταστροφής που ορίζεται με όρους σύγκρισης εκείνου που υπάρχει με εκείνο, το ακόμα φρικτότερο, που επαπειλείται.
Έτσι όμως, ανεπαίσθητα ίσως, αλλά εσκεμμένα και συστηματικά, επιτελείται μία πρόσθετη ιδεολογική αναστροφή.
Στη θέση του «θετικού» προτάγματος του «παραδείσου» της γενικής προόδου εισέρχεται το οικουμενικά εκφοβιστικό και «αρνητικό» φάντασμα της «κόλασης» της ολοκληρωτικής κατάρρευσης.
Μιας κατάρρευσης που δεν είναι δυνατόν να αποφευχθεί αλλιώς, παρά μόνο αν εις πείσμα της δημοκρατίας «όλοι» θα υποταχθούν αγόγγυστα στην ορθολογική αγοραία μοίρα τους.
Όλα φαίνεται να συμβαίνουν ως εάν στις μέρες μας ο καπιταλισμός δεν μπορεί πλέον να αναπαραχθεί αλλιώς, παρά στο όνομα του εφιάλτη που θα συνοδεύσει την ενδεχόμενη ανατροπή ή μεταρρύθμισή του.
Δεν είναι όμως και τυχαίο ότι οι κατασκευές αυτές αναβιώνουν σήμερα, όποτε, ελλείψει άλλων νομιμοποιητικών επιχειρηματολογιών, η διαιώνιση του συστήματος θεμελιώνεται πλέον παντού στη διάχυση ενός καθαρά τρομοκρατικού πολιτικού λόγου"  (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η Ελλάδα της λήθης και της αλήθειας, Αθήνα 2013 (β'έκδ.),σσ.204-6). 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου