Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Αιχμάλωτοι του ευρώ

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου (Αυγή της Κυριακής, 14.10.2012)
 
Η Μέρκελ είπε ότι ελπίζει και εύχεται να μείνει η Ελλάδα στο ευρώ. Ο Σαμαράς είπε ότι θα κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για τον ίδιο στόχο. Κανείς τους, στο μεγάλο σόου της περασμένης Τρίτης, δεν τόλμησε να πει: «Η Ελλάδα θα μείνει στο ευρώ». Η αβεβαιότητα που μετέδωσαν είναι διπλής, ίσως και τριπλής ανάγνωσης. Πρώτον, είναι μια άσκηση ψυχολογικού εκβιασμού για να αποδεχτεί η κοινή γνώμη οποιαδήποτε θυσία εν ονόματι του ευρώ. Δεύτερον, είναι μια μάλλον ρεαλιστική έκφραση της αβεβαιότητας που προκύπτει από έναν ήδη αβέβαιο συσχετισμό στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια ηγεσία. Θεμελιώδης πηγή αβεβαιότητας, η προφανέστατη ρήξη της ευρωπαϊκής ελίτ με το ΔΝΤ, το οποίο εκβιάζει ανοικτά με διάλυση του «συνεταιρισμού», με μοχλό το ελληνικό χρέος. Η τρίτη ανάγνωση της αβεβαιότητας των Μέρκελ - Σαμαρά, ωστόσο, ίσως έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Όταν ακόμη και η γερμανική κοινή γνώμη διχάζεται για τη σκοπιμότητα διατήρησης του ευρώ, τι εγγυάται ότι η ελληνική κοινωνία θα διατηρήσει για πολύ ακόμη τον μαζοχιστικό φετιχισμό του κοινού νομίσματος;
Ακόμη και οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν μια σταθερά αυξανόμενη μειοψηφία πολιτών που προβλέπουν ή και επιθυμούν διάλυση της Ευρωζώνης ή έξοδο της χώρας από το ευρώ, σε ποσοστά από 25% έως 39%. Παρʼ ότι οι δυνάμεις που υποστηρίζουν ανοικτά μια τέτοια προοπτική διαθέτουν πολύ μικρότερη επιρροή. Αυτό σημαίνει ότι το ταμπού -ή φετίχ, όπως σωστά ελέχθη κάποτε- του νομίσματος σταδιακά ξεπερνιέται. Και μαζί του όλα όσα υποτίθεται πως προσέφερε: ένα αίσθημα οικονομικής και εισοδηματικής ασφάλειας, την ένταξη σε μια κοινότητα ισχυρών κρατών, την προσδοκία μιας έστω και αργά βελτιούμενης, έστω και άνισα διαχεόμενης ευημερίας. Το ευρώ έχει χάσει αυτόν τον εύθραυστο ψυχολογικό πυρήνα του. Η παραμονή στο ευρώ εγγυάται περίπου τα αντίθετα από όσα υποσχόταν. Η συνοχή του εξαρτάται πια από την αποδοχή της ηγεμονίας μιας χώρας και των στενών συμμάχων της. Η διατήρησή του προϋποθέτει τη θεσμική κατοχύρωση της πιο απροκάλυπτης ταξικής λιτότητας. Και η πολιτική του στήριξη καταλύει ακόμη και τους τύπους της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Κι αυτό δεν είναι κάτι συγκυριακό. Δεν έχει ημερομηνία λήξης. Το ευρώ γίνεται πια μια θεσμικά και πολιτικά μη αναστρέψιμη διαδικασία.
Διαισθητικά, αυτό το αντιλαμβάνεται πολύ μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης από αυτό που διαπνέεται από έναν χαλαρό ευρω-σκεπτικισμό ή ευρω-αρνητισμό. Αυτό εκφράζεται στο απλό, ωφελιμιστικό ερώτημα: «τι θα κερδίσω σώζοντας το ευρώ;» Ας βρει κάποιος έστω μια πειστική απάντηση, από τις πολλές που διατυπώνονται. Το μόνο πειστικό, προς το παρόν, επιχείρημα είναι ένας ακόμη ψυχολογικός εκβιασμός: εκτός ευρώ θα είναι χειρότερα. Παρʼ ότι δεν υπάρχει καμιά απτή απόδειξη γιʼ αυτό, ο εκβιασμός διασώζεται από το γεγονός ότι ώς τώρα δεν έχει διατυπωθεί μια ολοκληρωμένη, πειστική και ρεαλιστική εναλλακτική λύση, πολιτικά, ιδεολογικά, τεχνοκρατικά και ψυχολογικά τεκμηριωμένη, που να σπάει το νομισματικό ταμπού. Τι υπάρχει πέρα από τη φυλακή του ευρώ; Ποιες δυνατότητες έχει μια χώρα να ανασυγκροτηθεί παραγωγικά, να κτίσει διεθνείς συμμαχίες, να αυξήσει και να διανείμει δίκαια τον πλούτο της, να αλλάξει τις παραγωγικές και κοινωνικές σχέσεις της, να απαλλαγεί από τον παρασιτισμό μιας κλεπτοκρατικής, άπληστης και αδίστακτης οικονομικής ελίτ;
Το γεγονός ότι, παρ' όλο που οι δύο τρόικες της ζωής μας -η εσωτερικού και η εξωτερικού- γίνονται όλο και πιο βάναυσες, η κοινωνική διαμαρτυρία μοιάζει να «μπουκώνει», να δυσκολεύεται να εκφραστεί και να βρει πολιτική διέξοδο, θαρρώ πως οφείλεται ακριβώς σʼ αυτό: στην απουσία μιας τολμηρής, αριστερής, ριζοσπαστικής εναλλακτικής πρότασης που να ξεπερνά το φετίχ του ευρώ. Όσο ειλικρινής, φιλότιμη και διεθνιστική κι αν ακούγεται η έκκληση του ΣΥΡΙΖΑ για αλλαγή των συσχετισμών στην Ευρώπη των τραπεζιτών, με μια πανευρωπαϊκή εξέγερση των υποζυγίων της λιτότητας, ένας συγχρονισμός της «Ευρώπης των λαών» δεν είναι πιθανός στον ορατό χρονικό ορίζοντα. Αντίθετα, είναι πολύ πιο πιθανή και ορατή μια χαοτική κοινωνική έκρηξη, μια πολιτική κατάρρευση και μια συστημική αποτυχία της Ελλάδας ως συγκροτημένου κράτους.
Στην τριετία της κρίσης η κοινωνία βρέθηκε αρκετές φορές στην κόψη του ξυραφιού. Κι όσο πιο καθαρά και ξάστερα διλήμματα της τέθηκαν, τόσο μεγαλύτερες ανατροπές τόλμησε. Όπως έγινε στις δυο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις. Το θέμα είναι να μην αποφεύγουμε τα διλήμματα. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για την Αριστερά, προορισμένη έτσι κι αλλιώς να παίρνει θέση σε διλήμματα πολύ πιο θεμελιώδη, όπως το παροιμιώδες «ποιος ποιον;»
Ας μην αποφεύγουμε, λοιπόν, το δίλημμα. Είναι πάντα εκεί, μας βγάζει τη γλώσσα του και περιμένει μια ριζοσπαστική, τολμηρή και πολιτικά υπεύθυνη απάντηση που θα δίνει την ευκαιρία στη λαϊκή πλειοψηφία να βγει από μια μακρόχρονη και καταστρεπτική αιχμαλωσία.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου